Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

Τα πάθη και η απάθεια στη διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά


του  π. Ειρηναίου Λαφτσή.


 Η Αγία μας Εκκλησία τιμά σήμερα, Β’ Κυριακή των Νηστειών, την μνήμη ενός μεγάλου Θεολόγου, του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Τιμούμε την μνήμη του δύο φορές τον χρόνο. Πρώτη στις 14 Νοεμβρίου, που είναι η ημέρα της οσιακής του κοίμησης το έτος 1359, και δεύτερη την σημερινή Κυριακή της Μ.Τεσσαρακοστής, την πρώτη μετά την μεγάλη εορτή της Ορθοδοξίας επειδή η νίκη επί των θεωριών του Βαρλαάμ θεωρείται εφάμιλλη της νίκης κατά των εικονομάχων. Τόσο σπουδαία θέση έχει η σημερινή ημέρα για την ζωή της Εκκλησίας.


Θα προσπαθήσουμε να αναπτύξουμε το θέμα μας σε τρία μέρη. Τα δύο πρώτα μέρη θα τα περιέλθουμε σε συντομία και αφορούν βιογραφικά στοιχεία του Αγίου και την ησυχαστική έριδα και στο τρίτο και κυριότερο μέρος θα αναπτύξουμε την διδασκαλία του Αγίου για τα πάθη και την απάθεια με τα οποία, ως θεολόγος, ασχολήθηκε σχεδόν σε όλα του τα έργα.

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1296 από αριστοκρατική οικογένεια. Σπούδασε στην Βασιλεύουσα κοντά στον διάσημο δάσκαλο-φιλόσοφο Θεόδωρο Μετοχίτη. Κατά την διάρκεια των σπουδών του διακρίθηκε για την άριστη κατάρτισή του στην αριστοτελική φιλοσοφία που φαίνεται και από την χαρακτηριστική παρατήρηση του δασκάλου του, που μετά από ομιλία του Γρηγορίου μπροστά στον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β’ Παλαιολόγο, είπε: «Και ο Αριστοτέλης αν τον άκουγε, θα τον επαινούσε». Διέκοψε όμως τις σπουδές του για να επιδοθεί με μεγαλύτερη αφοσίωση στην άσκηση. Αποσύρθηκε στο γειτονικό μας Παπίκιο Όρος, όπου υπήρχαν αξιόλογα μοναστικά κέντρα και μυήθηκε στην άσκηση της νοεράς προσευχής. Μετά το Παπίκιο αποσύρθηκε στο Άγιον Όρος. Το 1326 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και το 1347 μετά από τετράχρονη φυλάκιση, δικαιωμένος για την θεολογία του όσον αφορά την νοερά προσευχή, εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης.

Στο θεολογικό του έργο κυρίαρχη θέση έχει η σύγκρουσή του με τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό, Έλληνα μοναχό της Κάτω Ιταλίας, ο οποίος δίδασκε ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό και να ενωθεί μαζί Του. Επομένως κατηγορούσε τους ησυχαστές μοναχούς οι οποίοι δίδασκαν ότι ο άνθρωπος αν έχει καθαρή καρδιά και αν συγκεντρωθεί στην προσευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», μπορεί να ενωθεί με τον Θεό.

Η θέση του Γρηγορίου αποτελεί την επιτομή της Ορθόδοξης Παράδοσης η οποία λέει ότι ο Θεός υπάρχει κατά δύο τρόπους, κατά την ουσία του και κατά τις ενέργειές του. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίζει την ουσία του Θεού, μπορεί όμως να τον γνωρίσει και να ενωθεί μαζί του μέσα από τις άκτιστες ενέργειές του. Ο Θεός αποκαλύπτεται μέσω της ασκήσεως και της προσευχής και όχι μέσω της φιλοσοφίας και του διανοητικού στοχασμού όπως υποστήριζε ο Βαρλαάμ. Η αποκάλυψη του Θεού δεν μπορεί να γίνει διανοητικό αντικείμενο. Η φιλοσοφία δεν είναι προϋπόθεση θεογνωσίας. Για τον Παλαμά και για την Εκκλησία μας η θέωση είναι υπόθεση κοινή εγγραμάτων και αγραμμάτων, όπως άλλωστε υποστήριζε και ο Μ. Αντώνιος.

Ας ασχοληθούμε με το κυρίως θέμα που άφορα τα πάθη και την απάθεια, που ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διεξοδικά αναφέρεται σ' όλους σχεδόν τους λόγους και τις ομιλίες του.

Ευθύς εξ αρχής πρέπει να αναφέρουμε ότι ή πλούσια αποστολικό-πατερική του πείρα δεν αφήνει περιθώρια να θεωρήσουμε ότι ή διδασκαλία του για τα πάθη του ανθρώπου και την απεγκλώβιση απ' αυτά είναι προϊόν κάποιας ψυχολογικής γνώσεως ή καρπός στοχαστικών και φανταστικών επινοήσεων, αλλά μιάς βαθιάς Αγιοπνευματικής εσωτερικής εμπειρίας που αποκτήθηκε από την πολυχρόνια ασκητική βίωση και μοναχική παράδοση κυρίως στο Άγιο Όρος. Έτσι είναι έξω από την ηθικιστική εκείνη θεώρηση της πνευματικής ζωής που προσπάθησαν στην εποχή του, αλλά και μεταγενέστερα μερικοί να παρουσιάσουν στο χώρο της Ορθοδοξίας. Από τις προσωπικές του μάχες κατά των παθών και των δαιμόνων που τα υποκινούν, αλλά και από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην καθαρή του ψυχή, μάς παρέδωσε την μαρτυρική πληροφορία ότι "μαρτυρίου στέφανον λήψεται ό τα πάθη δι' αρετής τροπωσάμενος".

Μέσα από τα κείμενα του λοιπόν θα παρακολουθήσουμε την φθοροποιό και θανατηφόρο ενέργεια των παθών που δι' αυτών "τυπουται σκότος νοερόν" στην ψυχή, την απομακρύνει από τη ζωή, που είναι το θείο φως της, και τής επιφέρει τον θάνατο της, που είναι και ο πραγματικός θάνατος, που τον ονομάζει ο άγιος "σκότος πονηρόν" και προκαλεί λύπη αφόρητη.

Επίσης στα κείμενα του διδάσκει πώς να υπερβαίνει κανείς τα πάθη και τα θανατηφόρα αποτελέσματα τους και πώς να αποκτά με την συνεχή στροφή του λογισμού γύρω από τα θεία τις αρετές και εν συνεχεία πώς η ενάρετη ψυχή παραλαμβάνεται από τη Χάρη του Αγίου πνεύματος και οδηγείται στα απόρρητα εκείνα αγαθά "α οφθαλμός εμπαθούς και αμελούς ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου τοιούτου ουκ ανέβει".

Τόσο πλούσιο υλικό βγαίνει μέσα από τα κείμενα του. Θα προσπαθήσουμε ωστόσο, να παρουσιάσουμε τα κεντρικότερα σημεία τής πνευματικής του εμπειρίας ώστε να κατανοήσουμε κατά το δυνατόν τον τρόπο με τον όποιο διαδίδονται τα πάθη στον άνθρωπο και τις βασικές προϋποθέσεις που χρειάζεται κανείς να φθάσει στη πνευματική απάθεια.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ακολουθώντας την συμφωνία της παραδόσεως των Πατέρων ότι τα πάθη δεν είναι μέρος τής ανθρώπινης φύσεως και δεν αποτελούν απ' αρχής φυσικά στοιχεία της, αναφέρει ότι είναι κινήσεις και πράξεις ξένες προς την κατά φύσιν ζωή του άνθρωπου. "Διεστραμμέναι οδοί, το μίσος, το ψευδός, ο δόλος, ο φθόνος, η πλεονεξία, η υπερηφάνεια και τα παραπλήσια τούτοις", τα οποία όχι μόνο πραττόμενα, αλλά και "αγαπώμενα" και "μελετώμενα κατά νουν" αξιώνουν τον άνθρωπο "της θείας αποστροφής". Οι αιτίες που τα δημιουργούν, αναφέρει στον υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων λόγο του, είναι η "αμετρία" και η "παράχρηση". Π.χ. των πονηρών παθών που σχετίζονται με τη γεύση δεν είναι η τροφή αιτία, "αλλά η αμετρία ταύτης ο εστίν η τρυφή". Δηλαδή η γαστριμαργία, η λαιμαργία, η πολυποσία, η μέθη. Όταν ο άνθρωπος αρνείται την κατά φύσιν ζωή και την φυσική αναφορά του και σχέση του με τον Θεό και δια των αισθήσεων του εκπίπτει στην εμπαθή προσκόλληση του κόσμου, κάνει "παράχρηση των δυνάμεων της ψυχής του" απ' όπου αναπόφευκτα φύονται τα μυσαρά και βδελυκτά πάθη.

Επομένως η "αμετρία" και η "παράχρηση" έχουν αρχή πρώτον στην απάτη του πονηρού και δεύτερον στη σύμπραξη τής βουλήσεως του ανθρώπου μ' αυτόν. Αυτή λοιπόν η απατηλή και φθονερή ενέργεια του διαβόλου και η εκούσια άγνοια του Θεού δημιουργούν την υπερβολική προσήλωση στον αισθητό κόσμο που εν συνεχεία γεννά την εμπαθή αγάπη σ' αυτόν και γεμίζει τη ζωή του άνθρωπου από παθιασμένες ενέργειες δημιουργώντας αμαρτία, που ονομάζεται "φρόνημα της σαρκός".

Την αρχή της εμφανίσεως των παθών ο άγιος Γρηγόριος την ανάγει στο γεγονός της πτώσεως, όπως άλλωστε και όλοι οι υπόλοιποι πατέρες τής Εκκλησίας. Η εσφαλμένη αυτή κατεύθυνση τής ψυχής τους επέφερε πολλά και θλιβερά αποτελέσματα σε όλο τον ψυχοσωματικό εαυτό τους, αλλά και σε όλους τούς απογόνους τους. Δημιούργησε την διαστροφή και τη σύγχυση των δυνάμεων τής ψυχής και γέννησε τις παρά φύσιν και πονηρές επιθυμίες του σώματος.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ακολουθώντας τη διαίρεση της ψυχής του Πλάτωνα διακρίνει σ' αυτή τρεις δυνάμεις: το λογισμικό, το θυμικό και το επιθυμητικό, δηλ. η ψυχή έχει λογισμό, θυμό και επιθυμία. Νοσεί ο άνθρωπος και στα τρία αυτά λέγει. Η αρχή της νόσου προέρχεται από το επιθυμητικό, ανεβαίνει στο θυμικό και καταλήγει στο λογιστικό, όπου δια του εθισμού παγιώνεται και συντηρείται η νόσος. Οι επιθυμίες που δόθηκαν από τον Θεό να ζουν οι άνθρωποι δεν είναι ασφαλώς υπαίτιες. Γι αυτό είναι σύμφυτες με εμάς εξ απαλών ονύχων. Η φιλαργυρία όμως που φυτρώνει λίγο αργότερα φαίνεται ότι είναι η αρχή όλων των κακών όχι από τη φύση αλλά από την προαίρεση.

Τα πάθη που γεννώνται από την "φιλοϋλίαν" δεν έχουν καμιά δυνατότητα "προς αγαθοεργίαν". Η αδυναμία προσκτήσεώς τους ξεσηκώνουν το θυμικό και προκαλούν την οργή και το θυμό, οπότε θηριοποιούν τον άνθρωπο, και η συγκέντρωση υλικών αγαθών τον καθιστά άφρονα, επειδή δεν μπορούν να τον βοηθήσουν σε τίποτε ούτε να του εξασφαλίσουν τη ζωή. Του επιτείνουν την επιθυμία προς πλουτισμό προφασιζόμενος συνεχώς την "πτωχείαν" και παραχώνουν σε χρυσωμένο χώμα, πριν από το φυσικό θάνατο, τον νουν του ζωντανού ανθρώπου, όπου του αλλάζουν τα φρονήματα και τον καθιστούν αντί για φιλόθεον και φιλάνθρωπον, φίλαυτον. Και στο πρώτο ανθρώπινο ζεύγος, λέγει ο άγιος, το πρώτο όργανο που άνοιξε τη θύρα των παθών στην ανθρώπινη υπόσταση είναι το επιθυμητικό της ψυχής.

Μετά λοιπόν την φιλοϋλία που είναι το πρώτο γέννημα της πονηράς επιθυμίας εμφανίζεται και το δεύτερον. Αυτό είναι η φιλοδοξία. Τη χωρίζει σε δυο κατηγορίες: την πρώτη, την κοσμική κενοδοξία, που προσβλέπει "εις καλλωπισμούς σωμάτων και πολυτελείας ενδυμάτων", και τη δεύτερη, τη θρησκευτική κενοδοξία, που επιτίθεται σ' αυτούς που διακρίνονται στην αρετή. Δι' αυτής συνεπάγεται κατά τον Γρηγόριο ότι «η περηφάνια και η υποκρισία είναι δυνατόν να καταστρέψει και να διασκορπήσει τον πνευματικό πλούτο».

Υπάρχει και τρίτο γέννημα της "κακώς εχούσης επιθυμίας" που είναι η γαστριμαργία απ' την οποία προέρχεται η σαρκική ακαθαρσία.

Οι προεκτάσεις λοιπόν της νοσηρότητας του επιθυμητικού τής ψυχής επιδρούν στο θυμικό και εν συνεχεία στο λογιστικό και επειδή η ψυχή είναι ενιαία στη διαδικασία της θεραπείας πρέπει όλα να τύχουν θεραπευτικής αγωγής, αρχής γεννώμενης από του επιθυμητικού.

Η διάπραξη των παθών και η εξωτερίκευσή τους στηρίζεται στη νοσηρότητα του τριμερους της ψυχής, οπότε μετά την ένσαρκη παρουσία του Χριστού και τη θεραπεία του όλου ανθρώπου μπορεί ο άνθρωπος να κρατήσει σε ισόρροπη θέση τις τρεις λειτουργίες της ψυχής προσφέροντας την εγκράτεια στο επιθυμητικό, την αγάπη στο θυμικό και τη διαρκή στροφή προς τον Θεό στο λογιστικό. Έτσι θα δειχθεί περίτρανα η πείρα και διδασκαλία των Πατέρων ότι η παρουσία των παθών σ' ολόκληρη την ψυχή ή στις επιμέρους λειτουργίες της είναι μια συνάντηση με κάποιον ξένο που έρχεται προς αυτή προς αλλοτρίωση και κατεξουσιασμό της και δεν έχει καμιά σχέση η δημιουργική ενέργεια του Θεού στην παραγωγή τους.

Ας δούμε τα είδη των παθών και την αλληλουχία τους.

Τα πάθη κατά την διδασκαλία του Γρηγορίου του Παλαμά αν και είναι ποικίλα και πολύμορφα ωστόσο έχουν μεταξύ τους μια αλληλουχία. Εξαρτώνται και συνδέονται και μεταβιβάζουν την ενεργητικότητα τους γεννώντας άλλα. Επί παραδείγματι το πάθος της κενοδοξίας γεννά το φθόνο και πολλές φορές καταλήγει και στο φόνο. Από τον εγωϊσμό γεννιέται η υπερηφάνεια και η υποκρισία, ακόμη και η φιληδονία.

Στα έργα του Αγίου η πρώτη διάκριση γίνεται με βάση την προέλευση των παθών. Έχουμε λοιπόν πάθη που προέρχονται από τα "σωματικά αισθητήρια" που γεννούν όπως είδαμε "την φιλοκτημοσύνην και φιλαργυρίαν". Οι σωματικές αισθήσεις υποκινούνται από την φαντασία, όπου γεννώνται άλλες ηδονές και πάθη, όπως η φυσίωση και η αλαζονεία. Υπάρχουν δε και μικτά πάθη που είναι γεννήματα από την αίσθηση και τη φαντασία, όπως είναι η ανθρωπαρέσκεια, η κενοδοξία και η υπερηφάνεια.

Απ' όλες τις σωματικές αισθήσεις στέκεται ο άγιος στη γεύση. Αυτή, όταν δεν περιορίζεται στην κάλυψη της αναγκαίας για το σώμα τροφής, καταλήγει, όπως είδαμε, στην γαστριμαργία ή πολυποσία. Από τη γαστριμαργία σαν από βορβορώδη δεξαμενή αναδίδονται βδελυροί κρουνοί που αρδεύουν με πλούσιο υλικό τα σαρκικά και υπογάστρια πάθη, όπως είναι η πορνεία, η μοιχεία, η ακολασία, η ασέλγεια και "πάσα η της σαρκός ακαθαρσία". Αυτά αφού υποδουλώσουν και την ακοή και την δράση και την όσφρηση, καθιστούν ποθητά τα αισχρά λόγια, τα πορνικά άσματα, τα σατανικά χορεύματα. Έτσι χάνει τη σοφία ο νους που χορηγεί το άγιο Πνεύμα και κυριεύεται από ανοία. Εγκαταλείπει τον Θεό και γίνεται πλέον κτηνώδης ή δαιμονιώδης. "Νους γαρ αποστάς από του Θεού ή κτηνώδης γίνεται ή δαιμονιώδης. Ταις σαρκικαις έπιθυμίαις έκδοτον εαυτόν ποιεί και μέτρον ηδονής ου γινώσκει".

Τα πάθη της φαντασίας είναι εκείνα που υποδαυλίζονται από το διάβολο. Τις περισσότερες φορές δεν υποκινούνται από εξωτερικά ερεθίσματα, αλλά κατ' ευθείαν ο διάβολος ενεργεί δια των οκτώ γνωστών πειρασμών στο χώρο της φαντασίας, χωρίς πολλές φορές να τα συνειδητοποιεί. (ασπλαχνία, μίσος, ασυμπάθεια, μνησικακία, φθόνος κλπ.)

Σε μια άλλη κατηγορία ο άγιος εντάσσει τα λεγόμενα ελάχιστα και ασήμαντα πάθη που οδηγούν όμως σε άλλα σοβαρότερα. Π.χ. η ευτραπελία, η μωρολογία, η βωμολοχία είναι δυνατόν όχι μόνο να οδηγήσουν την ψυχή σε πιο σοβαρά ολισθήματα, επειδή είναι «υπέκαυμα και προτροπή προς πορνεία», αλλά και τα ίδια, όπως και τα μεγάλα, εμποδίζουν την πνευματική ανάπτυξη της ψυχής και την πορεία της προς την τεθλιμμένη οδό της σωτηρίας.

Μια οδυνηρή συνέπεια των παθών, που παρατηρείται στη ζωή του ανθρώπου, είναι ή στέρηση της κοινωνίας του με τον Θεό.

Ο θάνατος είναι το "διαζευχθήναι την ψυχήν της θείας Χάριτος και τη, αμαρτία συζηγήναι". Αυτός δε ο θάνατος, ο θάνατος της ψυχής, είναι ή εγκατάλειψη του Θεού. Το αίτιο δε της θείας εγκαταλείψεως δεν έχει τη γένεσή του στον Θεό, αλλά στην αμαρτία. Δηλαδή στην ελευθερία του ανθρώπου που ο Θεός ποτέ δεν παραβιάζει. Όχι μόνον ο θάνατος είναι συνέπεια της παραβάσεως και των απ' αυτήν εκφυομένων παθών, αλλά και η επίγειος ζωή. Λέγει χαρακτηριστικά: εξ αιτίας της αμαρτίας "ενεδύθημεν τους δερμάτινους χιτώνας, το νοσηρόν τούτο και θνητό και πολυώδυνο σώμα" και μετοικήσαμε στον πρόσκαιρο τούτο κόσμο και καταδικαστήκαμε να ζούμε "πολύπαθη και πολυσύμφορον βίον". Και όπως λέγει ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης, αφού γυμνωθήκαμε από τα λαμπρά εκείνα ενδύματα "των θείων περιβολών", ενδυθήκαμε τις εφήμερες τρυφές, τιμές και δόξες της σαρκός.

Κατά τον άγιο, ο διάβολος, ο νοητός αρχέκακος όφις, όπως τον ονομάζει, έχοντας αυτομολήσει στην κακία, στερείται της αληθινής ζωής και αφού δικαιως απωθήθηκε απ' αυτήν, γίνεται νεκρό πνεύμα όχι κατ' ουσία, επειδή η νεκρότης δεν έχει ουσία, αλλά "κατ' αποβολή της όντως ζωής". Και επειδή "ου κόρον λαμβάνει" την προς την κακία ορμή, καθίστα τον εαυτό του "νεκροποιόν πνεύμα". Και έτσι απ αρχής είλκυσε με δόλο τον άνθρωπο προς την "οικείαν νέκρωσιν". Ό ρόλος λοιπόν του διαβόλου έκτοτε είναι να προσεγγίζει τον άνθρωπο και με απατηλές υποσχέσεις να τον απομακρύνει από την αγαθότητα του Θεού και στο μέτρο που τον πείθει να του μεταδίδει στο σώμα και στην ψυχή του τα στοιχεία της νεκροποιού ενεργείας του, που είναι τα πάθη, και δι' αυτών να οδηγεί τη φύση του στη πολυσύμφορη και νεκροποιό κατάληξη.

Ο άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς από τις προσωπικές του εμπειρίες που έχει για την πολεμική του διαβόλου λέγει, ότι ό σατανάς δεν υπαγορεύει απ' ευθείας την αμαρτία, μάλιστα όταν ο άνθρωπος είναι συνδεδεμένος με την Εκκλησία και τα μυστήρια, αλλά υποκλέπτει "πανούργος" την διάθεση του λέγοντας του ψιθυριστά: Και συ ζώντας μόνος σου χωρίς να παρακολουθείς την Εκκλησία του Θεού, ούτε να προσεχής τον διδάσκαλο της Εκκλησίας, μπορείς να αντιληφθείς το καθήκον και μόνος σου και να μην απομακρύνεσαι από το αγαθό. Έτσι, σιγά-σιγά τον αποσπά από την θεία επίβλεψη παραδίδοντας τον στα πονηρά έργα και στις πονηρές συνήθειες του κόσμου, όπου οι δαίμονες είναι "κοσμοκράτορες του αιώνος τούτου". Αυτό το κάνει με μεγαλύτερη βία και μανία στους αγωνιζόμενους, ακόμη και στους υψηλά πνευματικός ισταμένους. Μόνον όταν ασφάλιση κανείς την ψυχή του με ύμνους και προσευχές προς τον Θεό, διδάσκει στον 51ο λόγο του ό άγιος, ό αντίπαλος δεν θα έχει θέση μέσα του. Θα απομακρυνθεί μαζί μ' αυτόν" και πάσα ή περί αυτόν φατρία των κακών". Θα κοσμηθεί ή ψυχή από τη συμμετρία, τη σωφροσύνη, τη δικαιοσύνη, την πραότητα και την ταπείνωση και θα συνδέεται δια της αγάπης με τον Χριστό τον βασιλέα της ειρήνης και τους ανθρώπους, ζώντας ειρηνική και αστασίαστη ζωή.

Για να εξέλθει κανείς από τη δουλεία των παθών και να επιστρέψει στην περιοχή της "ελευθερίας της δόξης των τέκνων του Θεού", χρειάζονται στην αρχή απαραιτήτως η μετάνοια και το πένθος. Ή μετάνοια είναι ή δυνατότητα που έδωσε ό Θεός στον άνθρωπο σ' αυτή τη ζωή να συνειδητοποίηση την εγκληματική πράξη του, το να εγκατάλειψη δηλαδή τον Δημιουργό του, και να επιστρέψει κοντά του. Εξ άλλου η προτροπή του Προδρόμου και αυτού του Χριστού στην αρχή κι όλας της δημοσίας δράσεως τους είναι το "Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών".

Γι` αυτό και σε όλη την πατερική παράδοση η μετάνοια θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση, αλλά και μόνιμο όπλο της ζωής του Χριστιανού, έως θανάτου για την θεραπεία, την πνευματική κατεύθυνση προς τον Θεό και την τελική άφιξη του σ ' Αυτόν. Γι’ αυτό χρειάζεται ισόβια μετάνοια δια της οποίας αποσπά «την άνωθεν ευσπλαγχνίαν». Από πουθενά άλλου δεν εξασφαλίζεται η ελπίδα της σωτηρίας και απαλλαγής από τα πάθη τόσο, όσο από την διαρκή μετάνοια. Σε πολλούς λόγους του ό άγιος είναι προτρεπτικός στα έργα της μετανοίας. Υποστηρίζει δε, ότι μαζί με το πνευματικό πένθος, μπορεί να φτάσει κανείς στα μεγάλα και θαυμαστά επιτεύγματα, που χαρακτηρίζουν τη ζωή των Αγίων.

Το κατά Θεόν πένθος είναι η μήτρα μέσα στην οποία κυοφορείται και μεταλλάσσεται ή ζωή τής μετανοίας Έχει δυο καταστάσεις: Μια οδυνηρή και μια ευφρόσυνη, απ’ τις οποίες χρειάζεται να περάσει ο Χριστιανός για να ζήση την αληθινή ζωή. Η οδύνη είναι ή επίγνωση του ότι "πολλά πταίομεν" και ή αναγνώριση, κατά την κατόπτευση του εσωτερικοί μας ανθρώπου "του ειδεχθούς προσωπείου". Αυτό γίνεται αισθητό περισσότερο κατά την ώρα της προσευχής που με κατάνυξη επικαλούμαστε το έλεος του Θεού. Η δε ευφροσύνη που εν συνεχεία αισθανόμαστε είναι ή γνώση τις "θεοφιλούς ενεργείας" που αναδημιουργεί την πεπτωκυία ψυχή και φέρνει τα καρποφόρα δάκρυα τής μετανοίας. Το κατά Θεόν πένθος είναι η λύπη που αισθάνονται οι αληθινοί Χριστιανοί α) για την έκπτωση από τον Παράδεισο, και β) για την ενδεχόμενη είσοδό τους στην Κόλαση. Ένδειξη του κατά Θεόν πένθους και της ειλικρινούς μετανοίας είναι ή αυτομεμψία, ή αληθινή ταπείνωση, η συνεχής κατανυκτική επίκληση του ελέους του Θεού και ή σταθεροποίηση στην αρετή.

Αν η μετάνοια και το πένθος οδηγούν στην κάθαρση της ψυχής από τα πάθη, αυτή η απάθεια είναι έργο της Χάριτος του Θεού. Είναι απαραίτητη όμως και η συμβολή του ανθρώπου. Είναι αναγκαίος ο αγώνας της ανθρωπινής θελήσεως, ο οποίος ενισχύεται πλουσιοπάροχα από τη θεία Χάρη.

Όταν μια ψυχή ασκείται και αγωνίζεται να απελευθερωθεί από τις προκαταλήψεις αρχίζει σταδιακά να ζει την κάθαρση.

Πρακτικά η κάθαρση επιτυγχάνεται με την προσπάθεια να προσέγγιση ο άνθρωπος τον Θεό με την προσευχή, την εξομολόγηση και τη θεία Ευχαριστία. Πριν απ’ αυτά χρειάζεται αγώνας επίπονος για να εξέλθει κανείς από το εγώ με διάφορες ταπεινωτικές πράξεις, να εγκατάλειψει τις αισθησιακές απολαύσεις και να καθαρίσει τους λογισμούς που κατακλύζουν και κατακυριεύουν τον νου.

Δεν μπορούμε επομένως όταν μιλάμε για απάθεια να μιλάμε για καταστροφή των παθών ή κάποια αποβολή ουσιαστικών πραγματικοτήτων, αλλά για μεταστροφή και μετασκευή λειτουργιών των δυνάμεων της ψυχής και αισθήσεων του σώματος του ανθρώπου.

Εν κατακλείδι θα ήθελα να αναφέρω ότι η απάθεια δεν είναι εύκολο έργο του καθενός. Κυρίως όταν δεν υπάρχει ένταση και επιμονή στην άσκηση και την προσευχή. Επειδή ο Θεός είναι το "άκρως εφετόν" του καθενός ανθρώπου χρειάζεται ο καθένας μας με μια σοβαρότερη και πιο ενσυνείδητη πνευματική ζωή να αποκτά σταδιακά τις καλές έξεις οδηγούμενος προς την ευαγγελική αγάπη. Η δε επιμονή των Πατέρων της Εκκλησίας αυτή είναι: το να εργάζεται κανείς έντονα την πρακτική και θεωρητική ζωή που τη μια τη λένε "πρακτική φιλοσοφία" και την άλλη "θεία θεωρία". Και στο μέτρο των δυνατοτήτων του καθενός και της εργασίας που θα καταβάλει θα ελκυστεί η Χάρις του Πανάγαθου Θεού για να μεταμόρφωση το εσωτερικό του καθενός και να χαρίσει την μακαρια απάθεια, που ως γνωστόν είναι απαραίτητη προϋπόθεση να καταστήσει τον άνθρωπο δεκτικών της τελείας αγάπης και χωρητικών δοχείων της θεώσεως.