Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

Η Ορθόδοξη Εκκλησία μπροστά στις σύγχρονες προκλήσεις της

του Μητροπολίτη Ταλλίνης και πάσης Εσθονίας Στεφάνου..

Share on facebookShare on twitterShare on emailShare on gmailMore Sharing Service

Τι θα συμβεί με την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που, με την Χάρη του Θεού, θα συνέλθει στην Κωσταντινούπολη το 2016, δηλαδή σχεδόν αύριο; Μέσα από ποιες διαδικασίες θα προωθηθούν οι απόψεις και τα οράματα, που προβληματίζουν την ορθόδοξη λαϊκή βάση, τις ενορίες, τα μοναστήρια, τις Γενικές Συνελεύσεις των Εκκλησιών και τις κατά τόπους Ιερές Συνόδους των Εκκλησιών;
Προκειμένου, λοιπόν, η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας να μπορέσει να θέσει με σαφήνεια τα μεγάλα ζητήματα, που την συνταράσσουν, απασχολούν και ακόμη διαιρούν τον ορθόδοξο κόσμο εδώ και 50 χρόνια, θα πρέπει πρώτα να προσεγγίσει ειλικρινά την μεγαλύτερη εσωτερική της πρόκληση, που είναι η ενότητά της. Η ενότητα στην οποία παρατίθεται ένα «αλλά», από την οποία δεν θα πρέπει να λείψει μία συζήτηση ειλικρινής, ευθεία, και ει δυνατόν συνεπής, για την διοίκηση της Εκκλησίας γενικώτερα, και των κατά τόπους Εκκλησιών, ειδικώτερα.
Για να παρουσιάσω τις παρακάτω σκέψεις μου, θα ήθελα να σας διαβάσω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από την παρέμβαση του Αρχιεπισκόπου Κύπρου στην Σύναξη των Ορθοδόξων Προκαθημένων στην Κωσταντινούπολη, τον Μάρτιο του 2014.
«Εχουμε έναν Πρώτο. Είναι η ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας δια μέσου των αιώνων, που τον έχει καθιερώσει, ως Πρώτο. Εάν ο οποιοσδήποτε από εμάς πιστεύει, ότι Αυτός ακολουθεί λάθος δρόμο, έχουμε καθήκον με ειλικρίνεια να του το επισημάνουμε, προκειμένου να βρεθεί η λύση ή, εάν είναι ανάγκη, να τον ανακαλέσουμε στην τάξη. Εάν κάποιες αντιδράσεις οφείλονται στις δύσκολες περιστάσεις, που ζει σήμερα το Οικουμενικό Πατριαρχείο, υπενθυμίζω αυτό που λέει ο Απόστολος Παύλος: «Έχομεν δε τον θησαυρόν τούτον εν οστρακίνοις σκεύεσιν, ίνα η υπερβολή της δυνάμεως η του Θεού και μη εξ ημών»(Β΄ Κoρ. 4, 7). Η δύναμη δεν προέρχεται ούτε από την περίσταση ούτε από το εξωτερικό... Προέρχεται από τον Θεό, του οποίου η δύναμη θεραπεύει την αδυναμία. Πέραν τούτων, πρέπει να αναγνωρίσουμε τις ταχύτατες αλλαγές και την αστάθεια των πραγμάτων στον σημερινό κόσμο. Ολοι μας είμαστε μάρτυρες της ανικανότητάς μας να ξεπεράσουμε τον εθνικισμό μας ή, καλύτερα, τον εθνο-φυλετισμό μας. Σε αυτό το θέμα δεν μπορούμε να μιμηθούμε ούτε τους Ρωμαιο-Καθολικούς ούτε τους Mουσουλμάνους. Είμαστε όμηροι της εθνικής μας καταγωγής και θέτουμε σε δεύτερο πλάνο την τύχη της Ορθόδοξης πίστης μας. Ως παράδειγμα φέρω την συμφωνία που έχουμε συνάψει για τις Επισκοπικές Συνελεύσεις της Διασποράς, η οποία δεν είναι και η καλλίτερη από εκκλησιολογικής απόψεως. Αυτή η συμφωνία αντανακλά την πρόσδεσή μας στις Εθνικές Εκκλησίες μας. Δεν θέλω να κάνω μάθημα σε κανέναν... Δεν κάνω τίποτε άλλο από το να υπογραμμίζω, με λύπη, το πρόβλημα, επαναλαμβάνοντας το αγωνιώδες ερώτημα του Αποστόλου Παύλου: Μεμέρισται ο Χριστός;».
Οι ιεροί κανόνες, το πρωτείο, ο εθνο-φυλετισμός, στα οποία προστίθενται, γιατί να το κρύβουμε, για κάποιες από τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες μας, η στάση και ο βαθμός της συνδέσεώς τους με τις πολιτικές εξουσίες, συνήθως κληρονομιά από την ιστορία, αλλά επίσης και η υπάρχουσα κατάσταση την οποία αντιμετωπίζουν σήμερα.
Είναι, λοιπόν, επιτακτική και επείγουσα προτεραιότητα για την Ορθόδοξη Εκκλησία, πρώτα να βάλει τάξη στα του οίκου της, χωρίς την οποία τάξη, διερωτώμαι με ποια αυθεντία θα ισχυρισθεί να πείσει τον κόσμο, ότι ο λόγος της είναι λόγος πραγματικής ζωής, είναι ένα μήνυμα ειρήνης, είναι η έκφραση της αυθεντικής αγάπης; Με ποια αυθεντία θα επιχειρήσει να πείσει τον κόσμο; Σήμερα, κατά την ρήση του Πατριάρχου Βαρθολομαίου σε αυτήν την Σύναξη των Προκαθημένων, «η εικόνα που δίδουμε, είναι μία εικόνα διαλύσεως… Είναι καιρός να δώσουμε προτεραιότητα στην ενότητα εντός μιάς εκάστης Εκκλησίας, αλλά επίσης και στην ενότητα μεταξύ αυτών». Η Εκκλησία υπάρχει ταυτοχρόνως μέσα στην Ιστορία και εκτός της Ιστορίας με εσχατολογικό τρόπο. Έχει μία ύπαρξη ταυτοχρόνως συγχρονική, με άλλα λόγια, αποτελεί μέρος του χρόνου που ζούμε, και διαχρονική, δηλαδή χωρίς διακοπή του χρόνου και συνεχίζει να υπάρχει μέχρι την συντέλεια των αιώνων. Είναι αυτό που φαίνεται ότι το ξεχνούν, στις μέρες μας, μερικοί ορθόδοξοι, κληρικοί, θεολόγοι ή και άλλοι ακόμα, όταν υποστηρίζουν την ιδέα, ότι οι κανόνες της Εκκλησίας δεν διαθέτουν ρυθμίσεις ούτε προβλέψεις adhoc για τα νέα κανονικά ζητήματα που αναφύονται στην 2η χιλιετία και σήμερα στην νέα χιλιετία, εκ του γεγονότος, ότι η Κανονική Παράδοση διαμορφώθηκε κατά την 1η χιλιετία.
Για να το εκφράσουμε διαφορετικά, το ερώτημα που τίθεται είναι να γνωρίζουμε, εάν αυτοί οι κανόνες, οι οποίοι μέχρι σήμερα ήσαν έγκυροι και αδιαμφισβήτητοι, διατηρούν μια ζωντανή δυναμική, επαρκή για να απαντήσει στις ανάγκες ενός κόσμου, ο οποίος βαίνει μεταβαλλόμενος και αλλάζει.
Η αμφισβήτηση των κανόνων οδήγησε σε αδιέξοδα, έτσι ώστε να φθάνουμε σε σημείο να αμφισβητούμε τους βασικούς θεσμούς της υποστάσεως της Εκκλησίας, όπως η κατά τόπον Εκκλησία, η Σύνοδος και οι λειτουργικές της συνέπειες, καθώς επίσης και τα κανονικά της συστήματα, π.χ. η πραγματική δυσκολία να καθορισθεί το Αυτοκέφαλο, που συνιστά το πιο σοβαρό κανονικό πρόβλημα μέσα στους χώρους αυτούς, που εσφαλμένα ονομάζονται «Διασπορά». Με άλλα λόγια, μετατρέπει την σοφία της γνώσεως σε σοφιστεία και έτσι μας διαφεύγει το γεγονός ότι η Εκκλησία έχει όχι μόνον το δικαίωμα, αλλά επίσης και την κλήση και το καθήκον να παρεμβαίνει, τόσο για να δείχνει τον εσχατολογικό προσανατολισμό (αυτή είναι η προοπτική της Θείας Λειτουργίας), όσο και για να χαράσσει τα βήματα της διαδρομής της ανθρωπότητας, αυτός είναι ο ρόλος των εκκλησιακών κανόνων, που έχουν ως σκοπό να θεραπεύσουν την διαφορά μεταξύ της ύπαρξης στο εσωτερικό της Ιστορίας και την εσχατολογική ύπαρξη του ανθρώπου.
Από την στιγμή που αρνούμεθα να δεχθούμε τον διαχρονικό χαρακτήρα των κανόνων, σύντομα χάνουμε την θέα της θεολογικής πληρότητας των κανόνων, και υποστηρίζουμε την ύπαρξη τρόπον τινά ενός «κανονικού κενού» σε διάφορα σύγχρονα θέματα εκκλησιο-κανονικού χαρακτήρα και κραδαίνουμε το επιχείρημα, ότι οι κανόνες ανήκουν σε μια άλλη εποχή, την λεγόμενη αρχαία, δηλαδή, σε μια εποχή πολιτιστικά διαφορετική.
Ωστόσο, «… οι κανόνες, γράφει ο π. Αλέξανδρος Schmemann, δεν είναι νομικά κείμενα, ούτε απλοί διοικητικοί κανόνες, για να εφαρμοσθούν με κάθε τυπικότητα. Οι κανόνες περικλείουν τις κατευθύνσεις για κατανοήσουμε και να δηλώσουμε, μέσα σε καθορισμένες περιστάσεις, την αιώνια και αναλλοίωτη ουσία της Εκκλησίας. Και αυτή η αιώνια αλήθεια, η εκφραζόμενη μέσα από τους κανόνες, δεν έχει σημασία αν πρόκειται για μία άλλη ιστορική κατάσταση όλως διαφορετική, ριζικά διαφορετική από την δική μας, συνιστά το αιώνιο και αναλλοίωτο περιεχόμενο των κανόνων και τους καθιστά ενσωματωμένους στην παράδοση της Εκκλησίας. Η πιστότητα στους κανόνες σημαίνει πιστότητα στο σύνολο της παραδόσεως και αυτή η πιστότητα, κατά τον π. Γεώργιο Florovsky, δεν σημαίνει πιστότητα στην εξωτερική εγκυρότητα του παρελθόντος, αλλά σημαίνει έναν ζώντα δεσμό με την πληρότητα της σύνολης Εκκλησίας. Οι αναφορές στην Παράδοση δεν είναι μόνο ένα ιστορικό επιχείρημα και η παράδοση δεν υποβαθμίζεται σε εκκλησιαστική αρχαιολογία» (βλ. « EgliseetOrganisationecclésiale », εν LeMessagerOrthodoxe, αρ. 146, 1-2008).
Αντί, λοιπόν, να κάνουμε μία στείρα συζήτηση πάνω στο ευαίσθητο αυτό ζήτημα, επιδεκτική να δημιουργεί ατέλειωτη σύγχυση ή να οδηγεί στην αδικαιολόγητη απόρριψη των κανόνων, θεωρώ αναγκαίο να εξετάσουμε με ένα άλλο τρόπο την θεολογική μας προσέγγιση, επί του θέματος. Πιο αναλυτικά και προκειμένου να διευκρινίσουμε τα θέματα, θα ήταν, χωρίς αμφιβολία, χρήσιμο να διαχωρίσουμε με σαφήνεια τα κυριολεκτικά ιστορικά δεδομένα της εκάστης χρονικής στιγμής από την διαχρονική θεολογία, που απορρέει από τους κανόνες, εις τρόπον ώστε ο σημερινός κόσμος να δώσει την πραγματική αξία σε αυτήν την θεολογία, καθώς και στις συνέπειές της για την ζωή της Εκκλησίας, του κόσμου, και του καθ’ ενός από εμάς.
Έτσι, λοιπόν, θα διαφανεί καθαρά, ότι για την Κανονική Παράδοση της Εκκλησίας δεν υπάρχουν αδιέξοδα, διότι αυτή έχει παράλληλους τρόπους, για να τους υπερβεί και να βρεί διεξόδους, αρκεί οι «οικοδομούντες», για τους οποίους μας μιλούν τα Ευαγγέλια, να δεχθούν να συντονίσουν τις προσπάθειές τους, για να μπορέσουν να «ιδούν από κοινού», αντί να απορρίψουν την πέτρα, η οποία τελικά, επειδή μόνον ο Θεός το θέλει, γίνεται ο ακρογωνιαίος λίθος, ακόμη και αν δεν θέλουν οι άνθρωποι. (Mατθ. 21,42· Mαρκ. 12,10· Λουκ 20,17· Α΄ Πετρ. 2,7).
Η μεγαλύτερη πρόκληση που, στις μέρες μας, συνταράσσει κυριολεκτικά την Ορθοδοξία, είναι αυτή της ενότητάς της. Αλλά, όταν λέμε ενότητα, μιλάμε επίσης και για έναν «πρώτο». Μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, μόνον ο επίσκοπος κάθε εκκλησιακής δικαιοδοσίας δύναται να διασφαλίσει την ενότητα, ακριβώς επειδή είναι ο πρώτος. Αυτό συμβαίνει σε κάθε επισκοπή, όπου μόνον ο επίσκοπος έχει το προνόμιο να προεξάρχει της ευχαριστίας, ο ιερεύς δεν δύναται να προεξάρχει χωρίς την ευλογία του επισκόπου του. Το αυτό ισχύει και σε μία μητροπολιτική επαρχία, όπου ο εγγυητής της ενότητος των Τοπικών Εκκλησιών, που συνιστούν αυτήν την επαρχία, είναι ο πρώτος των επισκόπων, ο οποίος μπορεί να είναι ο Μητροπολίτης, σύμφωνα με την αρχαία τάξη,Αρχιεπίσκοπος ή Πατριάρχης. Αυτό είναι το νόημα του 34ου Αποστολικού Κανόνα, που πραγματεύεται την σχέση του πρώτου με τους άλλους επισκόπους και αντίστροφα, και που, δια μέσου των αιώνων, διεφύλαξε την αρχή της συνοδικότητος στους κόλπους της Εκκλησίας μας. Σε καμμία περίπτωση ο πρώτος δεν μπορεί να είναι απρόσωπος, ούτε ένα σύνολο διαπροσωπικό, ή μία σκέψη αφηρημένη. Η συνοδικότητα δεν καταργεί την ιεραρχική τάξη, διότι το σχήμα της διοικήσεως της Εκκλησίας είναι συνοδικώς ιεραρχικό και ιεραρχικώς συνοδικό. Χωρίς αυτό επέρχεται το χάος. Αυτό, κάθε ορθόδοξος επίσκοπος το γνωρίζει και ειδικώτερα κάθε προκαθήμενος, ο οποίος είναι και πρόεδρος της Ιεράς του Συνόδου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Εκκλησία μας απέφυγε να πέσει, είτε θεσμικά είτε πρακτικά, σε αυτό που θα μπορούσε να ήταν ένα συγκεντρωτικό σχήμα «ρωμαϊκού τύπου, που διαφορετικά συνηθίζουν να το λέγουν παπικό» ή σε μια εκκλησιαστική συμπεριφορά «αναρχίας» προτεσταντικής μορφής.
Αυτό που ισχύει για κάθε ορθόδοξη κατά τόπον Εκκλησία, θα πρέπει να ισχύει και σε όλο το διορθόδοξο επίπεδο. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης, ως πρώτος, δεν ημπορεί να έχει απλώς τον τιμητικό ρόλο ενός απλού προέδρου, χωρίς αυθεντία, που προεδρεύει στις «Πανορθόδοξες Συνόδους», αντίθετα προς την έκφραση «primusinterpares», που θα άφηνε να εννοηθεί ότι δεν μπαίνουμε στον κόπο να εμβαθύνουμε θεολογικά και εκκλησιολογικά, και που ξεχνούμε ότι το πρωτείο αποτελεί μέρος της δομής της Εκκλησίας. Είναι απαραίτητο εκείνος που είναι στην θέση του πρώτου Επισκόπου να ημπορεί να απευθύνεται στους Προκαθημένους των κατά τόπους Εκκλησιών, εξ ονόματος της «Ολης Εκκλησίας» «όχι για να κυριαρχεί, όπως έλεγε ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, αλλά για να υπηρετεί την πληρότητα της κάθε κατά τόπον Εκκλησίας, υπενθυμίζοντας προς αυτήν τις ευθύνες της έναντι του συνόλου της Ορθόδοξης Εκκλησίας». Έλεγε, επίσης, αναφορικά με την διακονία του ως πρώτου, ότι «Ο πρώτος, που δεν ανήκει σε καμμία εθνική Εκκλησία, ευρίσκεται ελεύθερος από τους εθνικούς περιορισμούς, τις εθνικές υπερηφάνειες, στοιχεία που και εάν ακόμη είναι νόμιμα περιορίζουν τον ορίζοντα. Η αποστολή του είναι να επαγρυπνεί στον παγκόσμιο χαρακτήρα της Ορθοδοξίας, είναι αυτό ακριβώς που σημαίνει η έκφραση Οικουμενικός» (βλ. Olivier Clément, Dialogues avec le Patriarche Athénagoras, Παρίσι, εκδ. Fayard, 1969, σελ. 526-527).
• Το γεγονός ότι στις δύο τελευταίες Συνάξεις των Προκαθημένων, το 2008 και το 2014, παρενέβησαν ο μακαριστός Ιγνάτιος ο Αντιοχείας και ο Χρυσόστομος Κύπρου αντίστοιχα, για να υπενθυμίσουν προς όλους με σαφήνεια, ότι «έχουμε έναν πρώτο και γνωρίζουμε που ευρίσκεται Αυτός»,
• Το γεγονός της πρόσφατης και αυθαίρετης κατάργησης από την Εκκλησία της Ρωσσίας του προσδιοριστικού επιθέτου Οικουμενικός από τον τίτλο του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, και την επίμονη επιστροφή του μύθου της 3ης Ρώμης, που έχει καταδικαστεί ρητώς από τις Συνόδους της Mόσχας του 1666-1667, αλλά που τον επαναφέρουν στην επικαιρότητα με το πρόσχημα, ότι εφ’ όσον η Εκκλησία της Ρωσσίας έχει τον μεγαλύτερο αριθμό πιστών, γι’ αυτόν τον λόγο περιέρχεται σε αυτήν η ηγεσία της Ορθοδοξίας, έτσι ώστε η πρωτοκαθεδρία του Οικουμενικού Θρόνου να περιορίζεται σήμερα σε ένα τιμητικό τίτλο «άνευ» αξίας και περιεχομένου,
• Το γεγονός ότι η κατά τόπον Εκκλησία στοχεύει πρωτίστως να ταυτίζεται με την Εθνική Εκκλησία, η οποία ενισχύεται με την παραχώρηση του καθεστώτος της Αυτοκεφαλίας, προς αυτήν την Εθνική Εκκλησία (εθνο-φυλετισμός, εθνικισμός),
oλοι αυτοί οι παράγοντες, οδήγησαν σταδιακά τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες να θεωρούν οι ίδιες, ότι είναι απολύτως ανεξάρτητες από τις άλλες, προσδιορίζοντας, ψευδώς, τον χαρακτήρα της Ορθοδοξίας σαν μια «Συνομοσπονδία αδελφώνΕκκλησιών» και όχι «μία» Εκκλησία. Τα δυτικά ΜΜΕ, όταν ομιλούν για εμάς, χρησιμοποιούν αυθόρμητα την έκφραση «οι Ορθόδοξες Εκκλησίες» περισσότερο από την ορθή θεολογικά έκφραση «η Ορθόδοξη Εκκλησία».
Ενόσω η Οικουμενική Ορθοδοξία δεν αναγνωρίσει ομόφωνα ένα Πρώτο στην κορυφή της Εκκλησιαστικής της δομής, δεν θα κατορθώσει τίποτε άλλο από το να πηγαίνει από την μια διαίρεση στην άλλη. Ένα παράδειγμα. Στους οικουμενικούς διαλόγους γνωρίζουμε καλά, ότι δεν μπορούμε να πείσουμε τους συνομιλητές μας για την οντολογική ενότητά μας. Ας παραδεχθούμε, ότι ασχολούμεθα πολύ με την συγχρονική ενότητα των Εκκλησιών μας και σχεδόν καθόλου με την διαχρονική τους ενότητα. Τελικά, όλα τα ανωτέρω μας οδηγούν στην όχι επαινετική διαπίστωση, ότι η κατάργηση, από την Εκκλησία της Ρωσίας, του επιθέτου «Οικουμενικός» από τον τίτλο του Πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως, είναι σαφής ένδειξη της έλλειψης διάθεσης για ενότητα, όπως καί το προβλέπουν οι ιεροί μας κανόνες  της Β΄ Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως, 381μ.X., και της Δ΄ Συνόδου Χαλκηδόνος, 451 μ.X.
Οι Ορθόδοξοι κυριολεκτικά ξέχασαν, ότι το σημείο της θείας εκλογής δεν γίνεται ούτε με τους αριθμούς, ούτε με την βία, ούτε με την δύναμη, ούτε με τον πλούτο του κόσμου τούτου. Αλλά γίνεται με την ανθρώπινη ιστορική αδυναμία. Ενόσω αυτή η νοοτροπία της καταλήψεως της εξουσίας, σύμφωνα με τις αντιλήψεις και τις συμπεριφορές του κόσμου τούτου, θα πλανάται υπέρ άνω της κεφαλής των κατά τόπους Εκκλησιών μας, θα είναι πρακτικά αδύνατον να βρεθεί σωφροσύνη και ταπεινοφροσύνη, για να επανέλθουμε στο ουσιώδες ερώτημα που είναι: πώς θα εκφράσουμε με σαφήνεια την ενότητα και την οικουμενικότητά μας;
Η σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Πανορθοδόξου Συνόδου έχει προγραμματισθεί για την Πεντηκοστή του 2016, πλην απροόπτου και μεγίστου εμποδίου. Ποια θα είναι η συμβολή των Πατέρων, που θα λάβουν μέρος σε αυτήν και με ποιες προθέσεις θα αναλάβουν την ευθύνη της συνεισφοράς τους;
Ποιοί είμαστε εμείς οι αναμένοντες την Μεγάλη Σύνοδο; Αυτό που μπορεί να φαίνεται ανυπέρβλητο, ο Θεός δύναται να το υπερβεί και να προκαλέσει ένα πελώριο τσουνάμι, για να ξαναβρεί η Ορθοδοξία, επιτέλους, στο επίπεδο της περιώνυμης, σύμφωνα με την ρωσσική ορολογία, «sobornost» (δηλαδή το «καθ’ όλον»), στην οποία αναφέρεται με υπερηφάνεια προς τον κάθε ένα, να ξαναβρεί η Ορθοδοξία τα αληθινά πνευματικά και εκκλησιολογικά χαρακτηριστικά της, τα οποία θα της επιβάλλουν να στραφεί στο σύνολό της και αποκλειστικά προς την ουσία της εκκλησιακής αποστολής, που τελικά είναι η σωτηρία του κόσμου.
- Ποια μαρτυρία Χριστού, εμείς οι Ορθόδοξοι, θα προβάλλουμε στο μέλλον;
- Ποιες κατανοητές-αποδεκτές απαντήσεις θα δώσουμε όχι μόνον στους δικούς μας πιστούς, αλλά και στο μεγάλο πλήθος εκείνων που είναι σε αναζήτηση;
- Πώς θα κάνουμε προσιτό το Ευαγγέλιο του Χριστού;
- Πως θα συνοδεύσουμε όλους αυτούς που αναζητούν κάποιο Φως στους τόπους εργασίας ή αυτούς πoυ πλήττονται από την ανεργία, αυτούς μέσα στην οικογένεια ή στην εκπαίδευση των παιδιών, και τους νέους γενικά, με μύρια προβλήματα και δοκιμασίες, που σημαδεύουν την ζωή του καθενός;
Η αλήθεια είναι, ότι αυτοί που αναρρωτιούνται για το νόημα της ζωής τους, για «την δύναμη του πνεύματος», για την ανάγκη να ανοιχθούν στους άλλους, όλοι αυτοί ζητούν από εμάς να είμαστε αξιόπιστοι και να επιβεβαιώνουμε με τα έργα μας την πίστη μας. Αλλά πώς να είμαι αξιόπιστος εάν δεν είμαι  ορατός μέσα στην κοινωνία; Θέλω να πω ορατός και αναγνωρίσιμος στην Ευρώπη και παντού μέσα στον κόσμο, δίπλα στους Ρωμαιο-Καθολικούς, τους Διαμαρτυρομένους, τους Μουσουλμάνους, τους Εβραίους και τους απίστους;
Ως Χριστιανοί, επομένως, δεν είμαστε ορατοί για «τους εθνικούς που παραμένουν στον πρόναο» και πιστεύουν σε ένα υπέρτατο Ων, αλλά όχι στην αιώνια ζωή.
Ως Ορθόδοξοι, κατ’ επέκταση, δεν είμαστε κατανοητοί για αυτόν που ισχυρίζεται, ότι είναι χριστιανός και πιστεύει στον Θεό, καμμιά φορά ακόμη και τον Τριαδικό Θεό, αλλά δεν κρατάει από εμάς παρά μόνο τις εικόνες μας, τους ύμνους και το άρωμα του λιβανιού μας.
Και τέλος, είμαστε ελάχιστα αξιόπιστοι, εκτός εκείνων που είναι καταρτισμένοι, για να βοηθήσουν τους Ορθόδοξους πιστούς στο σύνολό τους, που χάνονται μέσα στις Εθνικές δικαιοδοσίες, τα Πατριαρχεία, τις Εξαρχίες, τις λατρευτικές λεπτομέρειες, τις διάφορες ορθόδοξες γλώσσες της θείας λειτουργίας, και τις γλώσσες της καθημερινής ζωής, τον έλεγχο μιας ενορίας από τον ένα σύλλογο ή τον άλλο.
Διαλέξαμε να βαδίζουμε μέσα σε μια πυκνή ομίχλη, και μένουμε έκπληκτοι, που οι άλλοι δεν μας αναγνωρίζουν.
Συμπερασματικά, λοιπόν, εν όψει της προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Πανορθοδόξου Συνόδου μας, η ευχή μου είναι να διαλυθεί αυτή η ομίχλη, προκειμένου να γίνουμε πράγματι ορατοίαναγνώσιμοι και αξιόπιστοι. Αυτή η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας να γίνει υπόθεση του κάθε ενός από εμάς.
πηγή www.amen.gr