Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

Λίγες σκέψεις πάνω στο στιχηρό ιδιόμελο της Λιτής (του Ανατολίου, ήχος β΄)


του φιλολόγου-θεολόγου Κωνσταντίνου Νούση.

«Ἡ τῶν οὐρανῶν ὑψηλοτέρα ὑπάρχουσα καὶ τῶν Χερουβίμ ἐνδοξοτέρα»: η Παναγία, μια απλή γυναίκα του λαού, άγνωστη, άσημη, ταπεινή, αγράμματη, έγινε ανώτερη και αγιότερη από το σύνολο των αγγελικών ταγμάτων, των τόσο αγνών και καθαρών και αμόλυντων. Κατέστη το ύψιστο δημιούργημα του Θεού, πάνω από όλους και όλα, αισθητά και νοερά όντα, αγγέλους και ανθρώπους: «και πάσης κτίσεως τιμιωτέρα».

Η καθαρότητα της Παναγίας, που ξεπερνά κάθε δυνατότητα νοητικής σύλληψης ή πάσης ετέρας προσέγγισης, ήταν η αιτία που ο Κύριος την επέλεξε για προσωπικό του ενδιαίτημα: «ἡ δι’ ὑπερβάλλουσαν καθαρότητα τῆς ἀϊδίου οὐσίας δοχεῖον γεγενημένη». Η παρθενία της Παναγίας δεν ήταν μονάχα σωματική υπόθεση. Ήταν κυριότατα και προπάντων πνευματική. Η αγνότητα της ψυχής της εστιάζεται πάνω στην ολοκληρωτική της αφοσίωση και ένωση με τον Χριστό και στην ασύλληπτη για όλα τα κτίσματα ταπείνωσή της. Μια εν Πνεύματι χαρισματική κατάσταση ταπεινού αυτοπροσδιορισμού και κρυστάλλινης, διαυγέστατης υπεράγνου ερωτικής αυτοπροσφοράς στον Θεό της. Το Άγιο Πνεύμα αποκάλυψε στον άγιο Σιλουανό ότι η Θεοτόκος δεν αμάρτησε ποτέ, ούτε με τον ελαχιστότατο λογισμό. Τόσο καθαρή είναι η Μητέρα του Θεού και μάνα των χριστιανών, του σύμπαντος κόσμου καλύτερα…
«Ἐν ταῖς τοῦ Υἱοῦ χερσί σήμερον τὴν παναγίαν παρατίθεται ψυχήν»: όπως βλέπουμε και στην κλασική αγιογράφηση της Κοιμήσεως, ο Χριστός κατήλθε αυτοπροσώπως να παραλάβει την ψυχή τής –την εξεικονιζόμενη εν είδει βρέφους- κατά σάρκα μητρός του. Δεν εστάλη άγγελος ούτε αρχάγγελος. Κανείς δεν ήταν άξιος να αγγίξει την παναμώμητον μητέρα του Φωτός, ει μη αυτός ούτος ο Άγιος των Αγίων, ο Κύριος Σαβαώθ, ο Λόγος του Πατρός και Θεός του παντός. Πόσοι σήμερα –δυστυχώς και ορθόδοξοι– αμφισβητούν τη μεταθανάτια ύπαρξη και αυτοσυνειδησία της ψυχής. Πόσα, επίσης, μας διδάσκουν οι θεολογικότατες εικόνες της Εκκλησίας μας, τα οποία αντιπαρερχόμαστε από τη δύναμη της συνήθειας…
Το «παρατίθεται» ίσως δεν πρέπει να το προσπεράσουμε τόσο άνετα και αβασάνιστα. Η Παναγία δίνει, ως εξυπονοείται, εκουσίως την ψυχή της στον Γιο της. Το ίδιο είχε κάνει – σε εξάπαντος κατά πολλά ετέρα και ασυγκρίτως ισχυρότερη οντολογική διάσταση – ο Κύριος επί του Σταυρού, όπως προκύπτει από μια πιο προσεκτική ανάγνωση του ιερού κειμένου (Ιω. 19:30). Η Θεοτόκος δίνει ολοπρόθυμα την ψυχή της στον Χριστό. Αυτό, άλλωστε, το είχε κάνει σχεδόν από τα γεννοφάσκια της και το δόσιμο του είναι της στον Θεό ήταν η πεμπτουσία απάσης της επί γης βιοτής της. Η φυσική απόληξη της οντολογικής τούτης παραμέτρου τής εν Χριστώ ζωής – κάτι, άλλωστε, που θα έπρεπε να χαρακτηρίζει κάθε γνήσιο χριστιανό – ήταν αυτό το εκουσίως, δοξολογικώς, γηθοσύνως, χαρμοσύνως παρατίθεσθαι στον Κύριο. Αυτό δεν ευχόμαστε και στη Λειτουργία καθημερινά; «Ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Να αναπαυτεί και από τους τόσους σωματικούς κόπους και τα άπειρα και αθέατα ψυχικά μαρτύρια μιας υπερβολικά ευαίσθητης ύπαρξης και πονεμένης, αθέατης, μυστικής ζωής, με  πρωτοκορυφαίο πόνο τον Σταυρό του ίδιου της του παιδιού…
«Καὶ σὺν αὐτῇ πληροῦται τὰ σύμπαντα χαρᾶς»: εδώ μας μπερδεύει λίγο ο υμνογράφος. Τι σημαίνει αυτός ο εμπρόθετος προσδιορισμός; Μαζί με την παράδοση της παναγίας τούτης ψυχής, η οποία χαίρεται δια της μεταστάσεως και πλήρους κοινωνίας με τον Υιό της; Με την είσοδό της στην αιωνιότητα και την αίσθηση της υπόλοιπης κτίσης ότι αποκτά ασίγητο και παντοδύναμο πρεσβευτή προς τον Κύριο; Με την Παναγιά μαζί, που ευφραίνεται δια της τελείωσης της μαρτυρικής της οδού και της ανεπίστροφης συνάντησης και αμετάκλητης ένωσης με τον Χριστό, γεμίζει και η δημιουργία ολάκερη χαρά από τη Χάρη της, η οποία εφαπλούται με άλλη πλέον περίσσεια και τροπική καινότητα στα σύμπαντα; Προφανώς με όλα τούτα, με το όλον, εξάπαντος, του γεγονότος της Κοίμησης και Μετ(Αν)άστασης της Θεοτόκου…
Η Παναγία τερματίζει με επιτυχία τον άθλο της υπέρτατης θέωσης στην οποία δύναται να φθάσει ένα έλλογο κτίσμα. Θα λέγαμε ότι αρχίζει από την ώρα της θανής της να δέεται με άλλη ένταση και ποιότητα για τη σωτηρία του κόσμου. Έτσι διασαφείται η καταληκτική φράση του ύμνου: «και ἡμῖν δωρεῖται τὸ μέγα ἔλεος». Το μεγάλο έλεος δεν είναι μονάχα τα καθημερινά της θαύματα, που διανέμονται σε όλη την κτίση, σε ορθόδοξους και αλλόδοξους. Άλλωστε, όλοι παιδιά της είναι, έστω και αν μερικά από δαύτα (περι)πλανώνται έξω από τη μάνδρα (την Εκκλησία), βορά των νοητών λύκων (των δαιμόνων). Το μεγάλο έλεος είναι η Χάρη του Πνεύματος, που είναι ο σκοπός της χριστιανικής ζωής, το οντολογικό ζητούμενο κάθε ύπαρξης. Αυτή θεοποιεί τα κτίσματα, τούτη τα περνάει αλώβητα μέσα από την άφευκτη και άσβεστη φλόγα της κόλασης. Μιας κόλασης, που δεν είναι άλλη από την άκτιστη φωτιά της ίδιας Χάριτος, όπως με δέος τη βλέπουμε να εκπορεύεται από τον ίδιο τον Χριστό στην τοιχογραφία του εξωνάρθηκα του καθολικού της Μονής Βατοπαιδίου.
Ο μέγας Παλαμάς, ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ένας εκ των ελαχίστων αξίων υμνητών της πανυπερευλογημένης Δέσποινας του κόσμου, έλεγε πως οιαδήποτε αγιοπνευματική δωρεά χορηγείται δια της Θεοτόκου. Φοβερός λόγος, αν τον καλοσκεφτούμε. Η Παναγία λυτρώνει το γένος μας από κάθε ορατό και αόρατο κίνδυνο και εχθρό. Πάνω και πριν από όλα, όμως, είναι η κλείς της θεοπτίας, ο χορηγός της θεώσεως σε αγγέλους και ανθρώπους. Είναι άλλος Χριστός η Παναγία, αν θα μας επιτρεπόταν να μιλήσουμε κάπως πιο τολμηρά. Και σαν εκείνον, δεν θα μπορούσε να μείνει μέσα στον τάφο, περιμένοντας με τους υπόλοιπους την κοινή έγερση, ήταν αδύνατον να κρατήσει την μετά Θεόν θεόν στα δώματά του φυλακισμένη ο Άδης. Έτσι ανεστήθη εκ των νεκρών. Διό και πανηγυρίζουμε το όντως (και όχι λογοτεχνική αδεία κληθέν) Πάσχα του καλοκαιριού.
πηγή: www.amen.gr