Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΥΠΟΜΟΝΗ ΣΤΙΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΕΣ

Του Χαραλάμπη Μ. Μπούσια

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ὁ Καλλίδης, εἶναι ὁ γενναιόφρων Ἱεράρχης τοῦ ὁποίου τὸ φρόνημα δὲν ἐκάμπτετο μπροστὰ στοὺς κινδύνους καὶ στὶς μυστικὲς ἀπειλές.

Σήκωνε πάντοτε τὴ σημαία τῆς ἀληθείας τοῦ Εὐαγγελίου τῆς ἀγάπης μὲ παρρησία ἐπαναλαμβάνοντας τὰ λόγια τοῦ σοφοῦ Σειράχ: Γρηγόριε,«ἕως θανάτου ἀγώνισαι περὶ τῆς ἀληθείας καὶ Κύριος, ὁ Θεός, πολεμήσει ὑπὲρ σοῦ» (Σοφ. Σειρ. δ΄ 28).


Ὅπου βρισκόταν μὲ τόλμη καὶ ψυχικὸ σθένος ἀνείπωτο ἐμψύψωνε τὸ ποίμνιό του μὲ συνεχεῖς περιοδεῖες σὲ χωριά, ἰδίως ἐκεῖνα ποὺ δέχονταν τὶς ἐπιθέσεις τῆς προπαγάνδας, μὲ τὸ δυνατὸ προφορικό, ἀλλὰ καὶ τὸ γραπτό του λόγο, ἀλλὰ καὶ ὑπερασπιζόταν τοὺς ἀδυνάτους ἔναντι τῶν κρατούντων ἀνεξαρτήτως κόστους.

Ἡ δυναμική του αὐτὴ μαζὶ μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ σεβασμὸ ποὺ ἔτρεφε ὁ λαὸς γιὰ τὸ χριστομίμητο Γρηγόριο, τὸν Ἱεράρχη ποὺ διακρινόταν γιὰ τὶς ἐλεημοσύνες του, τὴν ἀντίληψή του σὲ κάθε χειμαζόμενο καὶ τὴν ἀρωγή του πρὸς κάθε πάσχοντα, τὸν ἔφερε ἀντιμέτωπο μὲ τὶς δυνάμεις τοῦ σκότους καὶ τῆς τυραννίας, γι’ αὐτὸ καὶ σήκωσε τὸ δυσβάστακτο φορτίο τῆς συκοφαντίας δύο φορές, μία στὴ Θεσσαλονίκη καὶ μία στὰ Ἰωάννινα, μέχρι ἐξορίας.

Τὸ Δεκέμβριο τοῦ 1884 ὅταν ὁ Γρηγόριος ἀνέλαβε τὴ διαποίμανση τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, ἔπεσε σὲ ἐποχὴ κοινοτικῶν συγκρούσεων καὶ διενέξεων μεταξὺ τῶν συντεχνιῶν καὶ τῶν κρατούντων.

Ὁ ἄμεμπτος καὶ δίκαιος Ἱεράρχης, δυστυχῶς, σύντομα συκοφαντήθηκε ὅτι ὑποστήριζε τὶς συντεχνίες ἐναντίον τῶν κρατούντων καὶ ἐξορίσθηκε ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς γιὰ πρώτη φορά.

Τὸ ποτήρι τῶν συκοφαντιῶν στὰ Ἰωάννινα γιὰ δεύτερη φορὰ ξεχείλισε ὅταν στὶς 9 Ἰουνίου τοῦ 1891 ἔγιναν ἀπὸ αὐτὸν τὰ ἐγκαίνια τοῦ περικαλλεστάτου Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Ζίτσας μὲ μεγάλη συρροὴ κόσμου ἀπὸ ὅλα τὰ γύρω μέρη καὶ ἀπὸ αὐτὰ τὰ Ἰωάννινα.

Ἡ παρουσία τοῦ ἀγωνιστῆ Ἱεράρχη μὲ τὸ γνήσιο Ἐκκλησιαστικὸ λόγο καὶ τὸ πατριωτικὸ φρόνημα ἐμψύχωσε γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὸ ὑπόδουλο Χριστιανικὸ Ἑλληνικὸ γένος, ποὺ προέβαινε συνεχῶς σὲ φρενητιώδεις ζητωκραυγὲς ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας του, ἀφοῦ ἐκεῖνα τὰ χρόνια ἦταν χρόνια σκλαβιᾶς, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ προκαλέσει τοὺς ἐχθροὺς τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος μας.

Βρέθηκαν, ὅπως συχνὰ συμβαίνει, ψευτοκατήγοροι ποὺ κατέθεσαν ἐναντίον του καὶ μάλιστα ὅτι κατὰ τὴν τελετὴ τῶν ἐγκαινίων εὐχήθηκε ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐναντίον τῆς Τουρκικῆς κυβερνήσεως καὶ ὁ Πασᾶς τῶν Ἰωαννίνων πιεζόμενος καὶ ἀπὸ ἄλλες σκοτεινὲς δυνάμεις, γιατὶ ὀπαδός τους ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες ἀσπάσθηκε τὸ Χριστιανισμό, πέτυχε τὴν ἄδικη ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὸ ποίμνιό του.

Τὴν ταπείνωση αὐτὴ ἀπὸ τὴν ἄδικη συκοφαντία του ὁ Γρηγόριος τὴν ὑπέμεινε γιὰ δύο χρόνια ἀγόγγυστα χριστομιμήτως σηκώνοντας τὸ σταυρό του καὶ δοξάζοντας τὸν Κύριο.

Μετὰ διετία, στὶς 20 Μαΐου τοῦ 1894, ἐπέστρεψε θριαμβευτικὰ στὴ Μητρόπολή του, ἀφοῦ διαλευκάνθηκαν οἱ συκοφαντίες καὶ παρέμεινε στὰ Ἰωάννινα μέχρι τὶς Ἀπόκριες τοῦ 1900, ὁπότε ἀπομακρύνθηκε ὁριστικὰ γιὰ νὰ προσφέρει Συνοδικὲς ὑπηρεσίες στὴν Κωνσταντινούπολη.

Ἡ ἁγία ζωή του συγκίνησε καὶ πολλοὺς ἀλλοπίστους ποὺ θέλησαν νὰ ἀσπασθοῦν τὴν Ὀρθοδοξία μας.

Μερίμνησε γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση τῆς Ζωσιμαίας Σχολῆς καὶ κατέκτησε τὶς καρδιὲς ὅλων, ἀκόμη καὶ τῶν ἐγωϊστῶν δημογερόντων ποὺ τοῦ προκαλοῦσαν ὄχι μόνο διοικητικὰ προβλήματα, ἀλλὰ καὶ προβλήματα ὑγείας.

Ἀπὸ τὶς εἰς βάρος του συκοφαντίες ὁ Ἅγιος Γρηγόριος βγῆκε ἐνισχυμένος καὶ στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς τὸν ἁγίασε καὶ οἱ ἄνθρωποι τὸν τίμησαν καὶ τὸν δόξασαν.

Αὐτὸς δὲν μᾶς εἶπε ὅτι θὰ εἴμαστε μακάριοι ὅταν μᾶς ὀνειδίσουν καὶ μᾶς διώξουν οἱ ἄνθρωποι καὶ «εἴπωσιν πᾶν πονηρὸν ῥῆμα ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ» (Ματθ. ε΄ 11);

Κάποιος εἶπε ὅτι στὴν ἄκρη  μιᾶς  λίμνης εἶχαν  κατεβεῖ  μερικὰ  περιστέρια. Λίγο  πιὸ  πέρα,  ἀναπηδοῦσαν ἔξω  ἀπὸ  τὸ  νερό,  παίζοντας,  ἕνα – δυὸ βατράχια…

Κάποιο παιδάκι  ἔρριξε  πρὸς  τὰ  ἐκεῖ μιὰ  πέτρα ποὺ ἀμέσως βυθίσθηκε σχηματίζοντας ὁμόκεντρους κύκλους στὰ ἤρεμα νερά.

Τότε τὰ  περιστέρια  πέταξαν  καὶ  ὑψώθηκαν  τρομαγμένα στὸν  οὐρανό, ἐνῶ  τὰ  βατράχια  βούτηξαν  βαθιὰ  μέσα  στὸ  νερὸ  καὶ  δὲν  ξαναφάνηκαν.

Ἡ  συκοφαντία μοιάζει σὰν  μιὰ  πέτρα  ποὺ  πέφτει καὶ μπορεῖ ἡ πτώση της νὰ ἔχει δύο ἀποτελέσματα.

Ὁ συκοφαντούμενος, ἂν ἡ συκοφαντία ἀποδειχθεῖ πραγματικὴ κατηγορία, ἐξ αἰτίας της νὰ βουλιάξει στὰ νερά, στὸ τέλμα τῶν πράξεών του, ὅπως τὰ βατράχια.

Ἄν, ὅμως, εἶναι ἀθῶος καὶ καθαρός, νὰ γίνει ἡ πέτρα ἀφορμὴ νὰ πετάξει πιὸ ψηλά, ὅπως πέταξαν πρὸς τὸν οὐρανὸ τὰ περιστέρια.

Ἀδελφοί μου, πολὺ δύσκολα ὑποφέρεται ἡ συκοφαντία.

Εἶναι λάσπη, ἀλλὰ λάσπη ἰαματική. Χρειάζεται ὑπομονή! Ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ λήξει ἡ δοκιμασία καὶ ὁ Γιατρός τῶν ψυχῶν μας, ὁ Χριστός μας, θὰ μᾶς πλύνει ἀπὸ τὸ λασπῶδες, τὸ βρωμερὸ συκοφαντικὸ κατάπλασμα.

Μήπως Ἐκεῖνος δὲν συκοφαντήθηκε; Δὲν ἄκουσε νὰ λένε: «Ἰδοὺ ἄνθρωπος φάγος καὶ οἰνοπότης, τελωνῶν φίλος καὶ ἁμαρτωλῶν» (Ματθ. ια΄ 19) ἢ «Δαιμόνιον ἔχει καὶ μαίνεται» (Ἰωάν. ι΄ 20).

Τί μεγάλη δόξα, νὰ μετέχουμε ἐμεῖς συκοφαντούμενοι στὰ παθήματα τοῦ Χριστοῦ μας!

Σηκῶστε, ἀδελφοί μου, ταπεινὰ καὶ ἀγόγγυστα τὸ σταυρό σας. Μὴ λιποψυχεῖτε, ὅπως δὲν λιποψύχησε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ὁ Καλλίδης.

Ἂν ἡ συνείδησή σας δὲν σᾶς κατακρίνει, μπορεῖτε νὰ ὑψώνετε πάντα μὲ θάρρος τὸ βλέμμα σας στὸ Θεὸ καὶ νὰ στέκεστε μὲ παρρησία μπροστά Του. Τί πιὸ σπουδαῖο ἀπ’ αὐτό;

Ἡ συκοφαντία εἶναι ψευδὴς κατηγορία. Εἶναι διαβολή. Καὶ εἶναι βέβαιο ὅτι ὁ διάβολος εἶναι ὁ ἐφευρέτης της, ἀφοῦ εἶναι ὁ πατέρας τοῦ ψεύδους καὶ ὁ συκοφάντης κατεξοχὴν ψεύδεται.

Τὸ νὰ σηκώσει ὁ ἄνθρωπος τὴ συκοφαντία εἶναι μεγάλος ἄθλος. Δὲν ὑπάρχει τίποτε πιὸ ἀφόρητο γιὰ ὅσους ὑφίστανται τὴν ὀδύνη τῆς συκοφαντίας, γιατὶ αὐτὴ δαγκώνει τὴν ψυχή.

Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ προφήτης Δαβὶδ ἔλεγε πρὸς τὸν Κύριο, καὶ αὐτὸ τὸ ψαλμικὸ χωρίο ἐπαναλάμβανε καθημερινὰ καὶ ὁ ἁπλοῦς Ἱερέας τῶν Ἀθηνῶν, ὁ Ἅγιος Νικόλαος, ὁ Πλανᾶς, καθὼς ὁ Ἅγιος τῆς Βίτσας τοῦ Ζαγορίου Ἰάκωβος: «Κύριε, λύτρωσέ με ἀπὸ συκοφαντίας ἀνθρώπων καὶ φυλάξω τὰς ἐντολάς σου» (Ψαλμ. 118, 134).

Τί εἶναι, ὅμως, ἐκεῖνο ποὺ κινεῖ τὸν ἄνθρωπο στὸ νὰ συκοφαντεῖ τὸν πλησίον του καὶ νὰ λέει ψέματα ἐναντίον του;

Ἡ ἐμπειρία μᾶς ἔχει ὑποδείξει ὅτι τὰ κίνητρα τοῦ συκοφάντη συνήθως εἶναι ἡ ζήλεια, ὁ φθόνος, ἠ μνησικακία, ἡ ὑπερηφάνεια καὶ τὰ σαρκικὰ πάθη.

Γι' αὐτὸ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ κατάκριση καὶ πολὺ περισσότερο ἡ συκοφαντία εἶναι ἐπισφράγισμα τῆς ἐνεργοποιήσεως ἄλλων παθῶν, τὰ ὁποῖα λερώνουν τὴν ψυχὴ καὶ τῆς προκαλοῦν ἀνεπανόρθωτη βλάβη.

Γιὰ τὴ συκοφαντία διαβάζουμε στὰ Γεροντικὰ καὶ στὰ Συναξάρια τῶν Ἁγίων τὰ ἑξῆς ἀξιοπρόσεκτα:

Στὸν Ἀββᾶ Ἀντώνιο ἦλθε κάποτε ἕνας ἀδελφὸς ἀπὸ κάποιο κοινόβιο, ὁ ὁποῖος συκοφαντήθηκε γιὰ πορνεία.

Ἦλθαν καὶ οἱ ἀδελφοὶ ἀπὸ τὸ κοινόβιο, γιὰ νὰ τὸν θεραπεύσουν καὶ νὰ τὸν πάρουν.

Ἀντί, ὅμως, γιὰ ἀγάπη, τοῦ ἔκαναν ἔλεγχο καὶ ἐκεῖνος προσπαθοῦσε νὰ ἀπολογηθεῖ λέγοντας ὅτι δὲν ἔπεσε σὲ ἐκεῖνο τὸ ἁμάρτημα.

Ὁ Ἀββᾶς Παφνούτιος ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ ἄκουγε τὴ συνομιλία καὶ θλιβόταν, γιὰ τὸν τρόπο ἀντιμετωπίσεως τῶν ἄλλων ἀδελφῶν.

Ἔτσι, βρῆκε τὴν εὐκαιρία καὶ τοὺς εἶπε:

- Εἶδα στὴν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ ἕναν ἄνθρωπο, ποὺ εἶχε χωθεῖ στὸ βόρβορο ὡς τὰ γόνατά του καὶ καθὼς ἦλθαν μερικοὶ νὰ τοῦ δώσουν χέρι βοηθείας τὸν καταπόντισαν μέχρι τὸ λαιμό.

Τοὺς λέγει τότε ὁ Ἀββᾶς Ἀντώνιος γιὰ τὸν Ἀββᾶ Παφνούτιο:

- Νά, ἄνθρωπος ἀληθινός, ποὺ μπορεῖ νὰ θεραπεύσει καὶ νὰ σώσει ψυχές.

Συγκινήθηκαν τότε ἀπὸ τὰ λόγια τῶν γερόντων καὶ ἔβαλαν μετάνοια στὸν ἀδελφό. Ἠρέμησαν ἔτσι καὶ τὸν πῆραν πάλι πίσω στὸ κοινόβιο.

Κοντὰ στὸν Ἀββᾶ Ἰσίδωρο τὸν Πηλουσιώτη ποὺ ἦταν Πρεσβύτερος βρισκόταν καὶ κάποιος εὐλαβὴς καὶ ἐνάρετος διάκονος.

Ὁ Ἀββᾶς σκόπευε νὰ τὸν κάνει Πρεσβύτερο καὶ διάδοχό του. Ἐκεῖνος, ὅμως, ἀπὸ μεγάλη ταπείνωση δὲν δεχόταν χειροτονία προβάλλοντας ἀναξιότητα.

Αὐτὸ τὸν ἐνάρετο ἀδελφό, τὸν μίσησε τόσο πολὺ κάποιος ἄλλος μοναχὸς στὴ Σκήτη, νικημένος ἀπὸ τὸ πάθος τοῦ φθόνου, καὶ γύρευε μὲ κάθε τρόπο νὰ τὸν βλάψει καὶ νὰ τὸν δυσφημήσει.

Νά, λοιπόν, τί τὸν ἔβαλε ὀ διάβολος νὰ κάνει. Πῆρε μιὰ μέρα ἕνα ἀπὸ τὰ βιβλία του καὶ τὸ ἔβαλε κρυφὰ στὸ κελλὶ τοῦ Διακόνου, χωρὶς ἐκεῖνος νὰ πάρει εἴδηση.

Ὕστερα πῆγε στὸν Ἀββᾶ Ἰσίδωρο καὶ τοῦ παραπονέθηκε πῶς ἔχασε τὸ βιβλίο του καὶ πῶς κάποιος ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς ἔπρεπε νὰ τὸ εἶχε κλέψει.

Ἀπαιτοῦσε, λοιπόν, νὰ γίνει ἔρευνα σὲ ὅλα τὰ κελλιά.

- Τέτοιο πράγμα, παιδί μου, ἔκανε ἔκπληκτος ὁ Γεροντας, δὲν ἔχει ξαναγίνει στὴ Σκήτη. Ἀλλά, γιὰ νὰ βεβαιωθεῖς, πᾶρε δυὸ ἀδελφοὺς καὶ ψάξε τὰ κελλιά.

Ἔτσι κι’ ἔγινε. Ἀφοῦ ἔψαξαν μερικὰ ἄλλα κελλιά, πῆγαν καὶ στοῦ Διακόνου καὶ φυσικὰ ἐκεῖ βρῆκαν τὸ βιβλίο.

Τὸ πῆραν, λοιπόν, καὶ τὸ ἔφεραν στὴν Ἐκκλησία τὴν ὥρα τοῦ ἐσπερινοῦ, ποὺ ἦσαν συγκεντρωμένοι οἱ ἀδελφοί, καὶ εἶπαν μεγαλοφώνως στὸν Ἀββᾶ Ἰσίδωρο, γιὰ ν’ ἀκουσθεῖ ἀπὸ ὅλους, ποὺ εἶχε βρεθεῖ τὸ βιβλίο.

Ὁ ἀθῶος Διάκονος δὲν διαμαρτυρήθηκε γιὰ τὴ συκοφαντία. Ἔπεσε μὲ ταπείνωση στὰ γόνατα καὶ ζήτησε ἀπὸ ὅλους συγχώρηση, λέγοντας ὅτι ἔσφαλε.

-Συγχωρήσατέ με, ἀδελφοί, γιατὶ εἶμαι κλέφτης.

Σὰν πέρασαν οἱ τρεῖς ἑβδομάδες καὶ ὁ Διάκονος τελείωσε τὸ ἐπιτίμιό του καὶ ἔγινε δεκτὸς στὸ Ἅγιο Βῆμα, ὁ συκοφάντης δαιμονίσθηκε καὶ μὲ γοερὲς κραυγὲς ὁμολόγησε τὴν ἁμαρτία του.

Ἐλευθερώθηκε ὰπὸ τὴν τυραννία τοῦ δαίμονος ὁ συκοφάντης μόνον ὅταν προσευχήθηκε γι’ αὐτὸν ὁ συκοφαντημένος διάκονος.

Ἀκούσατε ἄλλο πάλι παράδειγμα: Ἕνας ἀδελφὸς ἔκανε τὴν ἑξῆς ἐρώτηση σὲ κάποιον πατέρα: «Πῶς ρίχνει ὁ διάβολος τοὺς πειρασμοὺς στοὺς Ἁγίους;».

Τοῦ ἀπάντησε ὁ Γέροντας: «Ἦταν κάποτε στὸ ὄρος Σινᾶ ἕνας μοναχὸς ποὺ ὀνομαζόταν Νίκων. Κάποιος πῆγε στὴ σκηνὴ ἑνὸς Ἄραβα Φαρανίτη, βρῆκε μονάχη τὴν κόρη του, πλάγιασε μαζί της καὶ ὕστερα τῆς λέει: «Νὰ πεῖς ὅτι τὸ πάθημά μου αὐτὸ μοῦ τὸ ἔκαμε ὁ ἀναχωρητής, ὁ Ἀββᾶς Νίκων».

Ὅταν ἦρθε ὁ πατέρας της καὶ πληροφορήθκε τὸ γεγονός, πῆρε τὸ ξίφος του καὶ τράβηξε κατὰ τοῦ Γέροντα.

Σὰν χτύπησε τὴν πόρτα, βγῆκε ἔξω ἐκεῖνος καὶ ὅταν σήκωσε τὸ ξίφος νὰ τὸν σκοτώσει, παράλυσε τὸ χέρι του. Τότε ὁ Φαρανίτης πῆγε στὴν ἐκκλησία καὶ κατάγγειλε τὸ συμβὰν στοὺς πρεσβυτέρους.

Ἔστειλαν ἐκεῖνοι καὶ τὸν κάλεσαν καὶ ὁ Γέροντας παρουσιάστηκε. Τότε τοῦ ἔδωσαν πολὺ ξύλο καὶ σκέφτονταν νὰ τὸν διώξουν, ὅμως ἐκεῖνος τοὺς παρακάλεσε νὰ τὸν ἀφήσουν νὰ ζήσει μὲ μετάνοια κοντά τους.

Ἔτσι τὸν ἀπομόνωσαν γιὰ τρία χρόνια καὶ ἔδωσαν ἐντολὴ κανένας νὰ μὴν τοῦ μιλάει. Πέρασαν τὰ τρία χρόνια καὶ ὁ συνοφαντηθεὶς ἐρχόταν κάθε Κυριακή καὶ μὲ μετάνοια παρακαλοῦσε καὶ ἔλεγε;

«Προσεύχεστε στὸν Κύριο γιὰ μένα»!

Ἀργότερα, ὅμως, ἐκεῖνος ποὺ εἶχε κάμει τὴν ἁμαρτία καὶ εἶχε ρίξει τὸν πειρασμὸ στὸν ἀναχωρητὴ κυριεύθηκε ἀπὸ δαιμόνιο καὶ ὁμολόγησε στὴν ἐκκλησία: «Ἐγὼ ἤμουν ποὺ ἁμάρτησα καὶ μίλησα γιὰ νὰ συκοφαντηθεῖ ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ».

Τότε σηκώθηκε ὅλος ὁ λαὸς καὶ εἶπε μετανιωμένος στὸ Γέροντα: «Ἀββᾶ, συγχώρεσέ μας».

Ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε: «Ὅσο γιὰ τὴ συγχώρηση, σᾶς ἔχω ἤδη συγχωρήσει, ἀλλὰ νὰ μείνω κοντά σας, δὲν μένω πιὰ μὲ τίποτα. Δὲν βρέθηκε οὔτε ἕνας σας νὰ ἔχει διάκριση καὶ νὰ μὲ συμπονέσει».

Ἂς θυμηθοῦμε πάλι τὴν Ἁγία Θεοδώρα στὸ χωριὸ Βάστα τῆς Ἀρκαδίας, ἡ ὁποία πέφτοντας θύμα μεγάλης συκοφαντίας καὶ μὴ φανερώνοντας τὴν ἀλήθεια, μαρτύρησε. Σὲ ἀνάμνηση της θυσίας της ὑπάρχει ἐκεῖ ἕνα ζωντανὸ θαῦμα.

Ὁ Θεὸς ἀκούγοντας τὴν προσευχή της ἐπέτρεψε νὰ φυτρώσουν, χωρὶς ρίζες, 17 δένδρα στὴν σκεπὴ μιᾶς μικρῆς ἐκκλησίας 12 τετραγωνικῶν μέτρων στὸν τόπο ποὺ μαρτύρησε.

Ἂς θυμηθοῦμε πάλι τὸν πάγκαλο Ἰωσήφ, τὸ γιὸ τοῦ Ἰακώβ, ὁ ὁποῖος ὑπέφερε τόσα ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς ἀδελφούς του, οἱ ὁποῖοι τὸν πούλησαν σκλάβο στὴν Αἴγυπτο.

Ἐκεῖ συκοφαντήθηκε ἀδυσώπητα ἀπὸ τὴ σύζυγο τοῦ Πετεφρῆ, ἐπειδὴ δὲν ἐνέδωσε στὶς πονηρὲς διαθέσεις της, καὶ ὅμως ὁ Θεὸς τὸν τοποθέτησε στὰ ὕψη, ὥστε νὰ κυβερνήσει στὸ πλάϊ τοῦ Φαραὼ ὅλη τὴν Αἴγυπτο.

Τέλος ἂς θυμηθοῦμε τὸ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τῆς τιμωρίας τοῦ συκοφάντη τῆς Ἁγίας Εὐγενίας, τὴν ἀμετανόητη Μελανθία, ἀπὸ τὴν ὁποία τόσο ἄδικα συκοφαντήθηκε ἡ Ἁγία.

Ὁ δικαιοκρίτης Θεὸς τὴν τιμώρησε πολὺ παραδειγματικά, ρίπτοντας φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ κατακαίγοντάς την.

Ἡ συκοφαντία, δυστυχῶς, ἔχει γίνει σήμερα διαδεδομένος τρόπος συμπεριφορᾶς πολλῶν ἀνθρώπων, στὴν καθημερινή τους ζωή, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ θεωρεῖται ὡς κάτι τὸ φυσιολογικό.

Συκοφαντοῦμε ὅταν κατηγοροῦμε ἄδικα κάποιο πρόσωπο ἢ δημιουργοῦμε καὶ διαδίδουμε ψευδεῖς εἰδήσεις καὶ πληροφορίες γι’ αυτό, πάντοτε ἠθελημένα μὲ σκοπὸ νὰ βλάψουμε τὴν τιμὴ καὶ τὴν ὑπόληψή του.

Στὶς ἡμέρες μας αὐτὴ ἡ συκοφαντία εἶναι συνήθης καὶ δείχνει ὅτι ἡ ἀντίσταση τῆς συνειδήσεώς μας, ἂν δὲν ἔχει πωρωθεῖ τοὐλάχιστον ἔχει ἀμβλυνθεῖ ἐπικίνδυνα.

Δεχόμαστε ὅτι μᾶς λένε ἀβασάνιστα χωρὶς διασταύρωση τῶν λεγομένων καὶ καταβροχθίζουμε σάρκες, συνήθως ἀνυποψίαστων θυμάτων.

Λησμονοῦμε τὴν ἐντολὴ τοῦ Λευϊτικοῦ «οὐ κλέψετε, οὐ ψεύσεσθε, οὐδὲ συκοφαντήσει ἕκαστος τὸν πλησίον" (Λευϊτ. ιθ΄ 11) καὶ εὔκολα κατηγοροῦμε κάποιον, δημιουργώντας ἢ διαδίδοντας ψευδῆ γεγονότα, φῆμες καὶ πληροφορίες γι’ αὐτόν.

Πολλοί, εἰδικὰ σήμερα, παίρνουν ἀψήφιστα τὸ θέμα. Ἔχουμε δεῖ, ὅμως, νὰ σπιλώνονται προσωπικότητες, ὑπολήψεις, οἰκογενειάρχες μὲ τραγικὰ πολλὲς φορὲς ἀποτελέσματα.

Ἄνθρωποι νὰ χάνουν τὴν ἐργασία τους, νὰ διαλύεται ἡ οἰκογένειά τους, νὰ ἔχουν χάσει τὴν ὑγεία τους ἀκόμη, δυστυχῶς, καὶ νὰ ἀφαιροῦν τὴν ἴδια τους τὴ ζωὴ πάνω στὴν ἀπελπισία γιὰ τὴν ἀδικία ποὺ διαπράχθηκε εἰς βάρος τους.

Κλείνουμε μὲ τὰ θαυμαστὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Μαξίμου, τοῦ Ὁμολογητῆ, ὅτι «Ὅσο προσεύχεσαι θερμὰ γιὰ χάρη ἐκείνου ποὺ σὲ συκοφάντησε, τόσο καὶ ὁ Θεὸς πείθει γιὰ τὴν ἀθωότητά σου ὅσους σκανδαλίστηκαν λόγω τῆς συκοφαντίας.»

Καὶ μὴ λησμονοῦμε τὰ λόγια μεγάλων ἀνδρῶν. Ὁ Σουΐφτ εἶπε: Ἡ συκοφαντία συνήθως χτυπάει τοὺς ἄξιους ἀνθρώπους, ὅπως τὰ σκουλήκια ρίχνονται πάνω στὰ καλύτερα φροῦτα.

Ὁ Διογένης εἶπε ὅτι, ἀπὸ τὰ ἄγρια θηρία τὸ χειρότερο δάγκωμα τὸ κάνει ὁ συκοφάντης.

Ὁ Σπαρτιάτης Θεαφίδας ὅταν ἀκόνιζε κάποτε τὸ ξίφος του κάποιος ἄλλος τὸν ρώτησε ἂν εἶναι κοφτερὸ καὶ ἐκεῖνος ἀπάντησε:

Εἶναι πιὸ κοφτερὸ καὶ ἀπὸ τὴ συκοφαντία.