Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

Στά σπηλιαράκια τοῦ βουνοῦ στῆς Κρήτης τ’ Ἅγιον Ὄρος»


Ἅρχιμ. Ἱερεμίου Γεωργαλῆ
            «Κρήτη τοῦ κόσμου ἀρχόντισσα, τσι λευτεριᾶς ξομπλιάστρα πού σ’ ἀγκαλιάζει ἡ θάλασσα καί σέ φιλοῦνε τ’ ἄστρα». Στοῦ κόσμου τίς ἀκρώρειες στούς μυθικούς τούς χρόνους, βασίλευε ὁ Ἀστερίωνας, ὁ ἄνακτας τῆς Κρήτης. Κρατοῦσε ἀπό γενιά περιφανῆ καί κοσμοξακουσμένη, ἀπό τόν Δευκαλίωνα τόν τρανό καί τόν μεγάλο Ἕλληνα, γιός τοῦ Τεκτάμου λογίζεται καί τῆς γλυκιᾶς Κρηθέας. Ὁ Ἀστρινός ὁ Δίας τοῦ ἔδωσε σύζυγο καί βασίλισσα τήν ξακουστή Εὐρώπη.
Καί ὁ ἄναξ Ἀστερίωνας μέ περισσή φροντίδα ἀνέθρεψε τόν γιό τοῦ Δία καί τῆς Εὐρώπης, τόν θρυλικό τόν Μίνωα. Τότε τ’ ἄστρα χαμηλώσαν καί ἀσπάσθηκαν γλυκά τό ρήγα Ἀστερίωνα στοῦ Κόφινα τήν ράχη κι ἡ θάλασσα μέ σεβασμό προσκύνησε τοῦ Μίνωα τήν μυθική τήν δόξα. Κι ἀπ’ τούς ἀρχαίους ἐκείνους χρόνους, στούς θρύλους βουτηγμένους, τά ἔκγονα τοῦ Μίνωα, τῆς Κρήτης οἱ λεβέντες, τοῦ Ἀστερίωνα τά πετρολάξευτα καί ἀστροφωτισμένα δώματα τά εἶπαν Ἀστερούσια. Ἐκεῖ κοιμήθηκαν οἱ μυθικοί θεοί κι ἐπλάγιασε ὁ θρύλος καί ξύπνησε ἡ ἱστορία καί τοῦ Χριστοῦ ὁ ἥλιος.
            Ἕνα καράβι ρωμαϊκό, πολύ ἀρματωμένο, τό σωτήριο ἔτος 60 μ.Χ. κατέπλευσε στά νότια τῆς Κρήτης στόν ὅρμο τῶν Καλῶν Λιμένων πού σκιάζουν τά Ἀστερούσια. Μεταξύ τῶν αἰχμαλώτων οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶτες κατέβασαν ἐκεῖ κι ἕναν ἐπίσημο Ἐβραῖο δέσμιο, τόν Ἀπόστολο Παῦλο. Καί τότε, ἀπό τούς θεοπρεπεῖς βηματισμούς τοῦ Κορυφαίου Παύλου, ἡ ταραγμένη καλοσύνη τῶν Λιμένων σφραγίσθηκε μέ τοῦ Χριστοῦ τά εἰρηνευμένα μύρα καί τά σκοτεινιασμένα ἄστρα τῶν ὑψηλῶν ὀρέων ἔλαβαν φῶς ἀνέσπερο ἀπό τόν ἄδυτο Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης, τόν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό, τόν μοναδικό Σωτῆρα τοῦ κόσμου. Ἔκτοτε τά Ἀστερούσια προκάλεσαν τόν Χάροντα στά πέτρινα ἀλώνια τους, ἀφοῦ τά σπήλαια τά τρανά καί τά πολλά χαράκια, τά σπηλιαράκια τά βαθιά καί τ’ ἄνυδρα φαράγγια ἔγιναν λιθόκτιστα διαβατικά ζωῆς ἀτελευτήτου. Πέρασαν χρόνοι πολλοί και αἱματοβαμμένοι, καί τήν ἀντρειωμένη Κρήτη πάτησαν Ρωμαῖοι, Ἄραβες, Ἐνετοί, Τοῦρκοι καί Γερμανοί, μά οἱ Κρῆτες δέν ἔστερξαν νά ὑπακούσουν στήν βουλή τῶν κατακτητῶν, ἀλλοπίστων καί ἀλλοδόξων, ἀφοῦ οἱ θυγατέρες τοῦ Ψηλορείτη ἀντί γιά νανουρίσματα θουρίους σιγοτραγουδοῦσαν στά παιδιά τους: «Τή λευτεριά ρωτήσανε, ποιᾶς μάνας εἶναι γέννα καί εἶπε πῶς τήν γέννησε το κρητικό τό αἷμα». Σ’ αὐτά τά ἀστροστολισμένα ὄρη κατέφυγαν χαΐνηδες(ἀνυπότακτοι) Κρητικοί, λεβεντογεννημένοι, καί μέ ἀντάρτικους καλπασμούς ἔστησαν πόλεμο φρικτό μέ τάγματα δαιμόνων, σαΐτευσαν μέ τήν εὐχή τό κέντρο τοῦ  θανάτου, καί ἔπνιξαν μέ καθαρμούς τά χαροπαίδια πάθη. Ἐκεῖ ἔστησαν κάστρα λευτεριᾶς καί πύργους ἀντρειωσύνης πού μέχρι τήν σήμερον οἱ ὁλίγοι καί ἀμέτρητοι, οἱ ζῶντες καί κεκοιμημένοι, οἱ ὁρατοί καί ἀόρατοι ζωσμένοι τήν πανοπλία τοῦ Χριστοῦ μάχονται τό ἀσκέρι τοῦ διαβόλου μέ εἰρήναρχες κραυγές ἀόρατου πολέμου προκαλώντας καί προσκαλώντας τούς ἐγγύς καί τούς μακράν νά ἐνταχθοῦν στήν παναστρατιά τοῦ Ἀφέντη Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ». Ντρέτοι (εὐθεῖς) Κρητικοί στούς χρόνους τούς βυζαντινούς, τούς πορφυρογεννημένους, ἐπλήρωσαν τά Ἀστερούσια κι ἡσύχασαν γιά λίγο. Ἄκουσαν στά βάθη τῆς καρδιᾶς τους τόν Λόγο τοῦ Κυρίου καί μετά τοῦ Προφητάνακτος Δαυίδ ἀνέκραξαν «ὧδε κατοικήσω ὅτι ἠρετισάμην αὐτήν». Καί κατόπιν ὕψωσαν τά χέρια στόν οὐρανό καί ἐβόησαν μέ πόθο «στό ὄνομά Σου Θεέ μου» καί χτίσανε μέ ἱκεσία διάπυρη καί πέτρες ἀστερούσιες πρός τιμήν τοῦ γενάρχη ἀσκητῆ, τοῦ Τιμίου Προδρόμου, Ναό καί Σκήτη ὀνομαστή. Ζήτησαν τήν προστασία τῆς Κυρίας Θεοτόκου καί ἀντιπρόσφεραν παλλάδια προσευχῆς καί ἀσκήσεως, τήν Ὁδηγήτρια καί τόν Κουδουμά. Μά τίμησαν καί τόν καθηγητή τῆς γῆς τοῦ Νείλου, τόν Μέγα Ἀντώνιο, μέ ὀμορφοκκλησιά σέ τόπο βραχωμένο, πού ὁ ἡγιασμένος βίος τους τόν χαρίτωσε καί Ἁγιοφάραγγο τόν ἔχρισε. Τοῦ προσέφεραν ὅμως καί τό Ἀπεζανές, Μοναστήρι ἐξάκουστο καί ὀχυρό μεγάλο.
            Στά νότια τοῦ νομοῦ Ἡρακλείου καί στό νοτιότερο μέρος τῆς Κρήτης καί συγκεκριμένα ἀπό τό ἀκτωτήριο Λίθινο ἕως καί τήν Ἱεράπετρα ἁπλώνεται ἡ ὀροσειρά τῶν Ἀστερουσίων μέ τήν ὑψηλότερη κορυφή της, τόν Κόφινα(1280μ.). Στόν ὅρμο τῶν Καλῶν Λιμένων στά νότια τῶν Ἀστερουσίων ἀποβιβάστηκε γιά λίγο ὁ ποντοπόρος πρός τήν πρεσβυτέρα Ρώμη αἰχμάλωτος, Ἀπόστολος Παῦλος. Ἔτσι ὁ γαληνεμένος τοῦτος ὅρμος τοῦ Λιβυκοῦ πελάγους καί τά ἀγέρωχα Ἀστερούσια γίνανε ἡ Χρυσή Πύλη τοῦ Χριστιανισμοῦ γιά τήν ἀντρειωμένη Κρήτη. Ἀλλά ὁ Μέγας Παῦλος ἐπανέρχεται στήν μεγαλόνησο τό 63μ.Χ. καί ἐγκαθιστᾶ ἐπίσκοπο στήν Κρήτη τόν μαθητή του, Ἀπόστολο Τίτο, μέ ἕδρα τῆς ἐπισκοπῆς, τήν ἀρχαία Γόρτυνα. Ἔτσι ἡ σωτήριος πίστη τοῦ Χριστοῦ ἁπλώνεται ἀπό τά νότια τῆς Κρήτης σ’ ὁλόκληρη τήν μεγαλόνησο. Καί πάλι ὅμως τά Ἀστερούσια γίνονται ἡ ἐσμυρνισμένη θύρα τῆς εἰσόδου τοῦ ἀσκητισμοῦ στήν Κρήτη. Ἡ μορφολογία τῆς ὀροσειρᾶς εὐνόησε τήν ἀνάπτυξη τοῦ Μοναχισμοῦ ὅλων τῶν μορφῶν ἐρημητικοῦ, λαυριωτικοῦ, κοινοβιακοῦ ἀπό πολύ νωρίς μάλιστα. Προσφάτως μάλιστα καί συγκεκριμένα τόν Αὔγουστο τοῦ 2010, ὁ ὁμότιμος καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου τῶν Ἰωαννίνων κ. Ἀθανάσιος Παλιούρας,  ἀνακοίνωσε ὅτι ὁρισμένα σπήλαια ἀσκητῶν στήν περιοχή τῆς Μονῆς τοῦ Κουδουμᾶ ἀνάγονται στόν 4ο αἰώνα μ.Χ. Ἀπό τίς ἀπαρχές τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Μοναχισμοῦ στήν κατέναντι τῆς Κρήτης χώρα, τήν Αἴγυπτο, καί στήν ἁγία γῆ τῆς Παλαιστίνης ὁ ἀποστολοπαράδοτος καί πατερικός μοναχικός τρόπος ζωῆς μεταφυτεύθηκε ἐπιτυχῶς στήν ἄνυδρη ὀροσειρά τῶν Ἀστερουσίων ἀποδίδοντας πολλούς καί εὐλογημένους πνευματικούς καρπούς. Τό νηπτικό πνεῦμα τῶν ἀσκητῶν πατέρων τῆς Ἀνατολῆς βρῆκε πρόσφορο ἔδαφος στόν τόπο αὐτό καί ὅπως οἱ ἀσκητές ἐπόλισαν τήν ἔρημο τῆς Νειλοχώρας κατά τόν ἴδιο τρόπο τά βραχωμένα Ἀστερούσια ἀναδείχθηκαν τό Ἅγιον Ὄρος τοῦ νοτίου τμήματος τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς Ρωμανίας (Βυζαντινῆς). Μάλιστα, κατά τίς δύσκολες καί σκοτεινές περιόδους τῆς Ἀραβοκρατίας, τῆς Ἐνετοκρατίας καί τῆς Τουρκοκρατίας τά Ἀστερούσια ἦταν ὁ ἀπροσπέλαστος τόπος καταφυγῆς τῶν γενναίων καί ἀνυπότακτων Κρητῶν. Τά Μοναστήρια καί τά ἀσκητήρια τῶν Ἀστερουσίων ἔγιναν τά ἐργαστήρια συντήρησης, καλλιέργειας καί ἀνάπτυξης τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων καί τεχνῶν. Κυρίως ὅμως ἀναδείχθηκαν τά ἀπροσκύνητα ἀμυντήρια τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος τῶν Κρητῶν πού δέν ἔστερξαν νά ὑπακούσουν στά κελεύσματα τῶν ἀλλοπίστων, ἀλλά καί τῶν ἀλλοδόξων Ἐνετῶν, τέκνων τῆς αἰρετικῆς Παποσύνης, πού μέ περισσή δολιότητα προσπάθησαν νά ἀλλοιώσουν τήν ὀρθόδοξο πίστη τους. Μέ τήν πολύτιμη συνδρομή τῆς Μητρός Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου, οἱ Κρῆτες κατάφεραν νά ἀντισταθοῦν ἐπί αἰῶνες ὁλόκληρους στούς ἀλλοπίστους ἐχθρούς καί στούς ψευδαδέλφους χριστιανούς τῆς φραγκεμένης Εὐρώπης καί νά γίνει ἡ Κρήτη ἐλαία κατάκαρπη, ἡρώων καί ἁγίων.
            Ἀφήνοντας λοιπόν πίσω μας τόν μεγαλοπρεπή Ψηλορείτη καί περνώντας τόν κατάφυτο παράδεισο τῆς Μεσσαρᾶς ἀνεβαίνουμε στά θρυλικά Ἀστερούσια καί συναντοῦμε τό περίφημο Μοναστήρι τῆς Ὁδηγήτριας, κέντρο ὀρθοδόξου πνευματικότητος, ἑλληνικῶν γραμμάτων καί αἱματοβαμμένων ἐθνικῶν ἀγώνων. Ἱδρύθηκε τόν 14ο αἰῶνα ἀπό μιά χαροκαμένη μάνα πού ἔχασε τήν μονάκριβη κόρη της καί μέ ὁδηγία τῆς Παναγίας ἀνακαίνισε μιά κατεστραμμένη ἐκκλησία καί ἀνήγειρε ἐκεῖ τό Μοναστήρι τῆς Ὁδηγήτριας. Ἡ ἴδια ἔγινε μοναχή μέ τό ὄνομα Μάρθα. Τόν 15ο αἰῶνα ἐργάσθηκε ἐκεῖ ὁ ξακουστός ζωγράφος Ἄγγελος, ὁ ὁποῖος φιλοτέχνησε τίς εἰκόνες τοῦ τέμπλου τοῦ Καθολικοῦ. Ἡ ἱστορία τοῦ ἀδελφοῦ τῆς Μονῆς Ἰωάσαφ, τοῦ ἐπικαλουμένου  Ξωπατέρα, ἐνδεικτικά παρουσιάζει τήν μεγάλη προσφορά τῆς Μονῆς στούς ἐθνικούς ἀγῶνες τοῦ Γένους μας. Τοῦτος ὁ καλόγερος συνεργάζονταν ἐνεργά μέ τούς ὁπλαρχηγούς τῆς Μεσσαρᾶς ἐναντίον τῶν κακακτητῶν Τούρκων. Ἡ δράση του προξένησε τήν ἀντίδραση τῶν κατακτητῶν, οἱ ὁποῖοι τόν Φεβρουάριο τοῦ 1828 ἐπιτίθονται στό Μοναστήρι τῆς Ὁδηγήτριας πού ἦταν ταμπουρωμένος, μέ πέντε μοναχούς καί πέντε λαϊκούς. Τρεῖς ἡμέρες κράτησε ὁ ἄνισος ἀγῶνας καί ὅλοι οἱ σύντροφοί του σκοτώθηκαν. Ὁ Ξωπατέρας ὅμως μόνος καί λαβωμένος ἀντιστέκεται στόν πύργο τῆς Μονῆς. Ἡ φωτιά πού ἔβαλαν στόν πύργο οἱ Τούρκοι ἀναγκάζει τόν καστροπολεμίτη νά βγεῖ ἔξω καί μέ λεονταρίσια γενναιότητα νά πέσει πάνω στό ἀσκέρι τῶν Τούρκων. Οἱ Τούρκοι ἀποκεφαλίζουν τόν Ξωπατέρα καί περιφέρουν τό κεφάλι του στήν περιοχή πρός ἐκφοβισμόΣέ τοῦτο τό φρικτό θέαμα ἀποκρίθηκαν οἱ Κρητικοί με τούτους τούς στίχους: «Πουλιά μήν κελαηδήσετε Σάββατο ὡς Δευτέρα, γιατί τόν ἐσκοτώσανε Τοῦρκοι τόν Ξωπατέρα. Μηδέ στήν Κρήτη ἀκούστηκε μηδέ στήν Ἰγγλετέρα,νά πολεμήσει τήν Τουρκιά ὡσάν τόν Ξωπατέρα». Στα δυτικά Ἀστερούσια καί νότια τῆς Μονῆς τῆς Ὁδηγήτριας μέ διέξοδο πρός τό Λιβυκό πέλαγος βρίσκεται τό Ἁγιοφάραγγο. Τοῦτος εἶναι μυστικός τόπος προσευχῆς καί ἀσκήσεως, ἡγιασμένος ἀπό τά βραχωμένα δάκρυα καί τίς πετρωμένες ἱκεσίες ἀρχαίων ἐρημιτῶν, προσμοναρίων ἀκοιμήτων τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποίας «οὐκ ἔσται τέλος». Εἶναι ἴσως ἡ πρώτη ἐρημούπολη τῶν Ἀστερουσίων πού δέχθηκε στά πέτρινα ἔγκατά της τήν ζεστή αὔρα τοῦ ἡγιασμένου ἀσκητισμοῦ πού ἔφθασε ἐκεῖ ἀπό τήν εὐλογημένη γῆ τοῦ Νείλου. Ἱεροφάντης μυστικός καί ἀπλανής ὁδηγός καί ἐδῶ τιμᾶται ὁ πολιστής τῆς ἐρήμου, Μέγας Ἀντώνιος. Ἡ θεοειδής διδασκαλία του κατευθύνει ἐπί αἰῶνες τούς γνωστούς καί ἀγνώστους, τούς ὁλίγους καί ἀμέτρητους ἀσκητές τοῦ φαραγγιοῦ αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ. Πρός τιμήν τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου τιμᾶται καί ὁ ἀρχαῖος Ναός πού βρίσκεται ἐντός τοῦ φαραγγιοῦ καί ἀποτελοῦσε τό Καθολικό τῶν ἀσκητῶν καί ἐρημιτῶν τοῦ τόπου. Κοντά στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου βρίσκεται καί ἕνα μεγάλο σπήλαιο πού λέγεται «Γουμενόσπηλιος». Ἐκεῖ συγκεντρώνονταν  δύο φορές τό χρόνο οἱ ἀσκητές ἔχοντας συγκεκριμένη πέτρα πού κάθονταν. Ἡ ἀπουσία ἀσκητοῦ ἀπό τήν θέση του, δήλωνε καί τήν πρός Κύριον ἐκδημία του. Στόν τόπο αὐτό ἀσκήτευσε γιά λίγο καί ὁ ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης, ὁ ὁποῖος διδάχθηκε τήν νοερά προσευχή ἀπό τόν ἀσκητή Ἀρσένιο. Ἀπό τοῦτο τό ἱερό φαράγγι προῆλθαν καί τά τέσσερα κατά σάρκα ἀδέλφια μέ τήν ἐπωνυμία Παπαδόπουλοι καί μέ καταγωγή ἀπό τόν Χάνδακα (Ἡράκλειο) πού λογίζονται κτήτορες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀπεζανῶν. Τό δεύτερο μισό τοῦ 15ου αἰώνος οἱ ἐπιδρομές τῶν πειρατῶν ἀνάγκασαν τά τέσσερα ἀδέλφια-ἀσκητές νά ἀναζητήσουν τόπο ἡσυχαστικό καί ἀσφαλῆ. Ἡ θαυματουργική θεραπεία ἀπό τύφλωση ἑνός τούρκου ἄρχοντα τῆς περιοχῆς ἀπό τήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, τήν ὁποία μετέφεραν τά ἀδέλφια, ἦταν ἡ αἰτία τῆς προσφορᾶς κτημάτων ἀπό τόν Τοῦρκο γιά τήν δημιουργία τῆς Μονῆς. Στό σημεῖο πού ξεπέζεψε ἀπό τό ἄλογό του ὁ Τοῦρκος ἄρχοντας, τελείως ὑγιής, χτίστηκε ἡ Μονή τῶν Ἀπεζανῶν τό Καθολικό τῆς ὁποίας τιμᾶται ἐπ’ ὁνόματι τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου. Καί τοῦτο τό ἱερό ὀχυρό τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδος ἔπαιξε σημαντικό ρόλο στούς ἀπελευθερωτικούς ἀγῶνες τοῦ Γένους μας καλλιεργώντας παράλληλα τά γράμματα καί τίς τέχνες. Ἀπ’ αὐτή τήν Μονή εἰκάζεται ὅτι πέρασε καί ἡ σιδηρά ἐκκλησιαστική μορφή τῆς Κρήτης τοῦ 16ου αἰῶνος, ὁ Ἅγιος Μελέτιος ὁ Πηγᾶς, Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας. Τοῦτος ὁ εὐκλεής γόνος τῆς ἀνυπότακτης Κρήτης πολέμησε μετά παρρησίας πολλῆς τίς ἀντιχριστιανικές μεθοδεῖες τῶν κατακτητῶν Λατίνων, πού μετά μανίας χρησιμοποιοῦσαν γιά νά ἀλλοιώσουν τό ὀρθόδοξο φρόνημα τῶν Κρητῶν καί νά ὁδηγήσουν τόν γενναιόφρονα λαό τῆς μεγαλονήσου ὑπό τό κράτος καί τήν ἐξουσία τοῦ Πάπα.
            Στούς νότιους πρόποδες τῶν Ἀστερουσίων, κάτω ἀπό τό χωριό Καπετανιανά, βρίσκεται ἄλλο ἔνα πανάρχαιο διαβατικό τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἡ φημισμένη σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ὁ Ἁϊ-Γιάννης ὅπως τόν ἀποκαλοῦν οἱ ντόπιοι. Ἡ ἐμφάνιση τοῦ μοναχισμοῦ καί σ’ αὐτή τήν περιοχή χάνεται στούς πρώτους βυζαντινούς χρόνους. Κατέναντι τοῦ Λιβυκοῦ πελάγους, σέ μιά εὐρύχωρη ἐγκοπή τοῦ βράχου, βρίσκεται ὁ σπηλαιώδης Ναός τοῦ προστάτη τῶν μοναχῶν, τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Σώζονται σημαντικές βυζαντινές ἁγιογραφίες ἐντός, ἀλλά καί στόν ἐξωτερικό τοῖχο τοῦ Ναοῦ. Οἱ συνεχόμενες σπηλαιώδεις κοιλότητες πλησίον τοῦ Ναοῦ μέ ἐλάχιστες ἀνθρώπινες ἐπεμβάσεις ἀποτελοῦν τά κελλιά τῶν πατέρων καί ἀσκητῶν, τῶν χρόνων τῶν ἀλλοτινῶν, πού συγκροτοῦν τό πέτρινο μεγαλεῖο τῆς Σκήτης. Μπροστά ἀπό τό βραχώδες αὐτό συγκρότημα ὑπάρχει ἕνα μικρό καί εὔφορο πλάτωμα γῆς, ὅπου οἱ μοναχοί καλλιεργοῦσαν τά ἀπαραίτητα λαχανικά τους καί εἶναι γνωστό ὡς ὁ λάκκος τοῦ Ἁϊ-Γιαννιοῦ. Ἡ κτητορική ἐπιγραφή τοῦ 1352 μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἕνας μοναχός, Ἀντώνιος, ἐγκαταστάθηκε ἐκεῖ μέ τήν συνοδεία του καί ἀνακαίνισε τήν Σκήτη. Τοῦτος ὁ γέροντας ἀνήκει στούς ἐπαναστάτες Κρητικούς πού ἔμειναν πιστοί στήν Ὀρθοδοξία τῶν Ἁγίων Πατέρων καί ἀπό τά ἀγέρωχα Ἀστερούσια ἐκτόξευσαν τά πυρφόρα βέλη τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἐναντίον τῆς λατινικῆς προπαγάνδας πού εἶχε κατακλύσει τήν μεγαλόνησο Κρήτη. Ἡ Σκήτη τοῦ Ἁϊ-Γιαννιοῦ, ὅπως ἄλλωστε ἡ συντριπτική πλειοψηφία τῶν Μοναστηριῶν τῆς πατρίδος μας, συνέδραμε δυναμικά στούς ἀγῶνες τοῦ Γένους ἐναντίον τῶν κατακτητῶν. Ἕνα ἄλλο σημαντικό στοιχεῖο τοῦ ἡγιασμένου αὐτοῦ τόπου εἶναι ὁ θρύλος γιά τά «Ἁγιάκια». Εἶναι οἱ διηγήσεις τῶν εὐσεβῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς πού ἀπό γενιά σέ γενιά μεταδίδονται ὡς πολύτιμη παρακαταθήκη γιά τήν ὕπαρξη ἐκεῖ κρυφῶν ἁγίων ἀσκητῶν. Ἐρημίτες πού λησμόνησαν τόν κόσμο καί τά τοῦ κόσμου ἀσκήτεψαν μέ ἄκρα μυστικότητα στά σπήλαια τῆς περιοχῆς ψάλλοντες καί ἄδοντες τούς ἀναβαθμούς: «Τοῖς ἐρημικοῖς, ἄπαυστος ὁ θεῖος πόθος ἐγγίνεται, κόσμου, οὖσι τοῦ ματαίου ἐκτός». Φεύγοντας ἀπό τόν Ἁϊ-Γιάννη καί βαδίζοντας πρός ἀνατολάς στούς πρόποδες τῶν Ἀστερουσίων συναντᾶς ἀρκετά σπήλαια ἀσκητῶν, μέ κυριότερο αὐτό τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, ἐντός τοῦ ὁποίου βρίσκεται ὁμώνυμος ναός. Ἡ συνέχεια τῆς πορείας αὐτῆς μέσα ἀπό ἕνα γραφικό μονοπάτι  ὁδηγεῖ σ’ ἕνα πρασινισμένο ὄρμο τοῦ Λιβυκοῦ πελάγους, ὅπου βρίσκεται τό ἐξάκουστο Μοναστήρι τοῦ Κουδουμᾶ, προστατευμένο βορείως ἀπό τόν πέτρινο ὄγκο τῶν Ἀστερουσίων. Ἡ πρώτη πληροφορία πού διασώζεται γιά τό Μοναστήρι εἶναι ἕνα σύγγραμμα τοῦ 14ου αἰῶνος, πού μαρτυρεῖ ἤδη τήν ὕπαρξη τῆς Μονῆς.Ἐν συνεχείᾳ οἱ πειρατικές ἐπιδρομές καταστρέφουν τό Μοναστήρι τό ὁποῖο ἐπανιδρύεται τόν 19ο αἰώνα ἀπό τούς αὐταδέλφους Ἁγίους Παρθένιο καί Εὐμένιο. Οἱ ἅγιοι αὐτοί πατέρες ἔγιναν μοναχοί στήν Μονή Ὁδηγήτριας καί ἐν συνεχείᾳ ἀσκήτεψαν στό Μάρτσαλλο, στόν Ἁϊ-Γιάννη, στό σπήλαιο τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου καί σ’ ἕνα ἄλλο σπήλαιο τῆς περιοχῆς σχεδόν ἀπόκρημνο καί ἀπροσπέλαστο. Περί τά τέλη τοῦ 19ου αἰῶνος μέ ἐμφάνισή Της ἡ Κυρία Θεοτόκος προέτρεψε τόν ὅσιο Παρθένιο νά ἱδρύσει Μοναστήρι στήν περιοχή τοῦ Κουδουμᾶ. Ἡ Χάρη Της ἐπεσκίασε τόν τόπο καί ὁ ἀσκητικός καί ἡγιασμένος βίος τῶν ὁσίων Πατέρων Παρθενίου καί Εὐμενίου προσέλκυσε πλῆθος μοναστῶν καί ἔτσι ὁ Κουδουμάς ἐπεκτάθηκε κτηριακά, αὐξήθηκε ἀριθμητικά καί μεγαλύνθηκε πνευματικά. Σέ ὕψος 800 περίπου μέτρων βρίσκεται τό πανέμορφο χωριό Καπετανιανά. Ἐκεῖ παλαιότερα βρίσκονταν ἡ Μονή τοῦ «Κύριε ἐλέησον». Ἔλαβε τό ὄνομά της ἀπό τήν καλλιέργεια τῆς νοερᾶς προσευχῆς στήν ὁποία εἶχαν ἐπιδοθεῖ οἱ πατέρες. Ὁ πρῶτος ναός ἦταν μιά παλαιοχριστιανική βασιλική. Ὁ δεύτερος ναός ἦταν βυζαντινοῦ τύπου καί χτίστηκε ἀπό τόν Ὅσιο Σέρβιο τόν 10ο αἰώνα. Ὁ τρίτος κατά σειρά Ναός, ὁ ὁποῖος ὑφίσταται σήμερα σέ πολύ καλή κατάσταση ὡς ὁ ἐνοριακός ναός τῶν Καπετανιανῶν, εἶναι τοῦ 14ου αἰῶνος. Ἁγιογράφοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἱστόρησαν τόν Ναό αὐτό τό 1402 ἀκολουθώντας τήν ἰδεαλιστική σχολή τῆς πρωτεύουσας τῆς αὐτοκρατορίας βάζοντας ἔτσι τά θεμέλια γιά τήν δημιουργία τῆς Κρητικῆς σχολῆς μέ τούς φημισμένους ἁγιογράφους καί τά ὑψηλῆς τέχνης καί θεολογίας ἔργα τους. Ἡ Μονή τοῦ «Κύριε ἐλέησον» ἦταν ἄλλο ἕνα προπύργιο ἀντιρρητικῶν πατέρων μέ ὑψηλή μόρφωση καί σπουδές στό ἐξωτερικό πού ἀγωνίζονταν σθεναρά ἐναντίον τῆς φραγκικῆς κυριαρχίας τῆς Κρήτης καί μέ συνέπεια συνέχιζαν τόν μυστηριακό καί ἀσκητικό τρόπο ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου μοναχικῆς παραδόσεως. Κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας τό Μοναστήρι ἐρημώνεται, ἀλλά δημιουργεῖται στήν περιοχή χωριό μέ τό ὄνομα τοῦ Μοναστηριοῦ, πού σέ ἀπογραφή τοῦ 1744 παρουσιάζεται πλέον καί αὐτό ἐρημωμένο. Τέλη τοῦ 18ου αἰῶνος καί μετά τήν ἐπανάσταση τοῦ γενναίου Δασκαλογιάννη ὁμάδα ἐπαναστατῶν ἀπό τ’ Ἀσφένδου Σφακίων ἐγκαταστάθηκε στήν περιοχή τοῦ «Κύριε ἐλέησον» δημιουργώντας τό χωριό Καπετανιανά καί προσφέροντας μεγάλες ὑπηρεσίες στόν ἀγῶνα τοῦ Γένους ἐναντίον τῶν κατακτητῶν. Κοντά στά Καπετανιανά στήν περιοχή Λουσούδι καί ὑπό τήν κραταιά σκέπη τοῦ ἀγέρωχου Κόφινα στά 1362 ὁ προερχόμενος ἀπό τόν Χάνδακα λογιώτατος κληρικός Ἰωσήφ Φιλάγρης ἱδρύει τήν Μονή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Ὁ μεγάλος αὐτός ἀντιρρητικός θεολόγος εἶχε σπουδάσει ἠθική, λογική, ρητορική καί φιλοσοφία καί δίδασκε στό Μοναστήρι του  Ἀριστοτέλη. Ἀπό τά ἀπροσκύνητα βράχια τῶν Ἀστερουσίων, ἑπόμενος καί αὐτός τῶν ἁγίων Πατέρων, ἐξαπέλυσε σφοδρή ἐπίθεση κατά τῶν φιλενωτικῶν, πού προτιμοῦσαν τήν ἐλευθερία τοῦ σώματος ἀντιπροσφέροντας δουλικῶς τήν αἰχμαλωσία τοῦ πνεύματος στήν Πρεσβυτέρα Ρώμη.
            Τό σεργιάνι στά ἀγέρωχα Ἀστερούσια γιά τόν ταπεινό νοσταλγό τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ εἶναι μιά ἔξοδος μετανοίας ἀπό θριαμβευτική πετρόχτιστη ἀψίδα πού σέ εἰσάγει μυστικά στό μονοπάτι τῆς αἰωνιότητος. Μέ περισσή εὐλάβεια θά πρέπει νά πορεύονται οἱ χοϊκοί πόδες μας ἐπί τοῦ ὄρους τοῦ ἁγίου αὐτοῦ τῆς Κρήτης, ἀφοῦ μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς σου βλέπεις ὅτι ἐκεῖ εἶναι κάθε πέτρα καί ἕνα δάκρυ, κάθε βράχος προσευχή. Ἐκεῖ μέ εὐλάβεια πολύ ὁ ἀδιάκοπος κυματισμός τοῦ Λιβυκοῦ πελάγους προσκυνᾶ τούς πρόποδες τῶν σεβασμίων Ἀστερουσίων. Ἐκεῖ χαμηλώνει ὁ οὐρανός στοῦ Κόφινα τό ὕψος καί τά ἄστρα τῆς φεγγαρόφωτης νυκτός τυλίγουν τό ἱερό βουνό μέ ἀσημένιο πέπλο. Ἐκεῖ ἀφουγκράζεσαι παννύχιες ἱκεσίες ἀρχαίων ἀσκητῶν νά ἐξέρχονται ἀπό τά βάθη τῶν σπηλαίων. Ἐκεῖ ἀκούεις τήν βοή τῶν ἀλλοτινῶν αἰώνων νά διατρέχει ἁγιαστικά τό φαράγγι τῶν ἁγίων. Ἐκεῖ θά βρεῖς ἀκόμα καί σήμερα λουλούδια ἐαρινά σταλάζοντα τοῦ Θεοῦ τήν σωτήριο Χάρη. Ἐκεῖ θά ἀντικρύσεις Καστρομονάστηρα λαμπρά πού ἀντιφεγγίζουν τήν δόξα τοῦ οὐρανοῦ. Ἐκεῖ οἱ ὠδές τῶν καρδιῶν ἐναρμονίζονται μέ τούς ὕμνους τῶν ἀγγέλων. Οἱ νύχτες στά Ἀστερούσια εἶναι σαλπίζοντες ἄγγελοι τῆς ἀνέσπερης ἡμέρας τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Δέν σταμάτησαν ποτέ οἱ ὀλίγοι καί ἀμέτρητοι πυργοφύλακες τοῦ Χριστοῦ ἀπό τά Ἀστερούσια μέ λιβανωτά ἀδιάλειπτης προσευχῆς νά σταυρώνουν τά τέσσερα σημεῖα τοῦ ὀρίζοντα γιά νά μυρίσει ὁ ματωμένος κόσμος Ἀνάσταση Χριστοῦ. Τά θρυλικά «Ἁγιάκια» ἐν τέλει μέ εἰρηναῖες φωνές κραυγάζουν ὅτι τά μεγαλοπρεπῆ Ἀστερούσια τῆς χιλιοτραγουδησμένης Κρήτης δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνας φημισμένος τόπος θρύλου καί ἱστορίας, ἄλλα εἶναι ἕνας μοναδικός τρόπος ζωῆς καί σωτηρίας. Εἶναι μυστικό μονοπάτι ἐπιστροφῆς στό ἀρχαῖο κάλλος τοῦ Παραδείσου.