Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

Ο ΔΑΣΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ Η ΘΥΣΊΑ ΤΟΥ

Αγαπητοί μου αδελφοί και φίλοι.
χαίρεται.
έχω την γνώμη ότι περισσότερο από ποτέ πρέπει να βρίσκουμε ανθρώπους μέσα στην Ιστορία μας και να τους ανορθώνουμε σαν πρότυπα. Μέσα στους δύσκολους καιρούς που ζούμε νομίζω ότι άρθρα που τιμούν τους πραγματικούς ήρωες της Ελλάδος αξίζουν να κάνουν την εμφάνισή τους στο διαδίκτυο μήπως και επιτευχθεί τελικά  το ξύπνημα των συνειδήσεων των συμπολιτών μας. τα παρακάτω ελάχιστος φόρος τιμής στον Δασκαλογιάννη και την θυσία του.
Γόρτυνα 17/06/2014
πατήρ Δημήτριος



ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΛΑΧΟΣ ( ΔΑΣΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ )
Δασκαλογιάννης, επανάσταση και αυτοθυσία

Η Κρήτη τιμά τον Ήρωα της




ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΛΑΧΟΣ ( ΔΑΣΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ )

Ο Δασκαλογιάννης είναι ο πρωτομάρτυρας της Επανάστασης της Κρήτης το 1770, που ξεσήκωσε τους Σφακιανούς ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία και θεωρήθηκε προπομπός της Επανάστασης του 1821. Για τους Κρήτες είναι ένα πραγματικά θρυλικό πρόσωπο, που έχει μετεξελιχθεί σε μύθο και τραγουδιέται ακόμη και σήμερα. Είναι χαρακτηριστικό ότι το αεροδρόμιο Χανίων ονομάζεται «Ιωάννης Δασκαλογιάννης».


Ετσι, 240 χρόνια μετά την αποτυχημένη Επανάσταση του 1770 και τον τραγικό θάνατο του πρωτεργάτη της η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηρακλείου, ο Δήμος Σφακιών, το Πανεπιστήμιο Κρήτης και το ΤΕΙ Κρήτης διοργάνωσαν Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο, με θέμα: «Ο Δασκαλογιάννης και η Επανάσταση του 1770. Μύθοι και Πραγματικότητες. Ηράκλειο-Σφακιά».
Η ταυτότητα
Ποιος όμως είναι ο πρωτομάρτυρας των κρητικών επαναστάσεων ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία, ο Δασκαλογιάννης των Σφακιών και της Ρωμιοσύνης; Απάντηση προσπάθησαν να δώσουν 20 επιστήμονες από την Κρήτη, την υπόλοιπη Ελλάδα και την Κύπρο, στο Ηράκλειο, στη βασιλική του Αγ. Μάρκου, και στα Σφακιά (Ανώπολη), με βάση τα νεότερα στοιχεία της έρευνας, για την ταυτότητα του Σφακιανού ήρωα-μύθου. Παράλληλα αποκρυπτογράφησαν τα αίτια της Επανάστασης του 1770 σε σχέση και με τις αντίστοιχες επαναστατικές κινήσεις στην Ελλάδα και την Κύπρο.






Μια άγνωστη πτυχή της ιστορίας ανέπτυξε στην εισήγησή του ο δρ Ιστορίας, Μάνος Περάκης: «Στα 1658 ο πορθητής του Ρεθύμνου, ο αρχιστράτηγος Δελή Χουσεΐν πασάς, αφιέρωσε ως βακούφιον το φέουδό του, δηλαδή την επαρχία Σφακίων, στις ιερές πόλεις των μουσουλμάνων, τη Μέκκα και τη Μεδίνα. Οι Σφακιανοί, εξαιτίας της προνομιακής αυτής θέσης τους σε σύγκριση με τις υπόλοιπες επαρχίες της Κρήτης, ετοίμαζαν αντίσταση σε κάθε προσπάθεια περιορισμού-περιστολής των οικονομικών και φορολογικών τους προνομίων από τις ντόπιες ηγετικές ομάδες εξουσίας.
Εκατό χρόνια αργότερα, στα 1760-80, αλλάζει ριζικά η φυσιογνωμία της κρητικής ενδοχώρας, με την οικονομική και δημογραφική ισχυροποίηση της θέσης των χριστιανών έναντι των μουσουλμάνων, των πεδινών περιοχών έναντι των ορεινών, των μεγάλων λιμανιών έναντι των μικρών και φυσικά των προστατευόμενων λιμανιών. Τότε οδηγούνται σε μαρασμό οι παραδοσιακές οικονομικές δράσεις των Σφακιανών, το εμπόριο, η ναυτιλία και η κτηνοτροφία με τη συνακόλουθη οικογενειακή βιοτεχνική επεξεργασία των υποπροϊόντων της, και οι ίδιοι οι κάτοικοι της επαρχίας αναγκάζονται να μετακινηθούν για εγκατάσταση στην πεδινή κρητική ενδοχώρα. Στα χρόνια της ακμής των Σφακιανών και των προνομίων είχαν ανθήσει το εμπόριο και η ναυτιλία. Καραβοκύρηδες όπως ο Δασκαλογιάννης, μαζί με τις χρυσές μονέδες και τα ασημένια τάλιρα, έφεραν στην περιοχή τις ιδέες της Ευρώπης, λίγο πριν από τη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση»
Τις δομές κοινωνικής, οικονομικής και διοικητικής οργάνωσης στην Τουρκοκρατία με παράλληλες αναγωγές στις αντίστοιχες δομές του ελλαδικού χώρου, όπως των Επτανήσων και της πελοποννησιακής Μάνης, έδωσε ο καθηγητής Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου Ν. Καραπιδάκης.
Κατά τον διδάκτορα της Σύγχρονης Ιστορίας Μανόλη Χαλκιαδάκη, «οι εξεγέρσεις των Κρητικών ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία τον 19ο αιώνα πολλαπλασιάζονται και παίρνουν εθνικό χαρακτήρα. Φεύγουν από τα περιορισμένα τοπικά, επαρχιακά ή γεναρχικά πλαίσια ενός επαναστατικού κινήματος, ενώ συνδέονται άμεσα με τη διεθνή συγκυρία, το ρόλο και τη στάση των Μεγάλων Δυνάμεων απέναντι στην παρακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Δασκαλογιάννης υπήρξε ο πρωτεργάτης της Επανάστασης των Σφακίων».


ΑΡΧΕΙΟ  - ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΑΚΗΣ

Ο προϊστάμενος των Γενικών Αρχείων του Κράτους, Μανόλης Δρακάκης, και ο ερευνητής - δημοσιογράφος Νίκος Ψιλάκης, σκιαγράφησαν το πορτρέτο του μυθικού ήρωα μέσα από τις γραφές, αλλά και το «Τραγούδι του Δασκαλογιάννη», 1.032 στίχων.
Ο ήρωας της Επανάστασης του 1770 συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά ενός μυθιστορηματικού προσώπου: γεννημένος και ανδρωμένος στο άγριο και επιβλητικό τοπίο των Σφακίων, που το ξεπέρασε μέσα από την εμπορική και οικονομική του δράση, έγινε κοσμοπολίτης και φορέας των ευρωπαϊκών ιδεών, που στη συνέχεια ήθελε να μπολιάσει στους συμπατριώτες του και να τους ξεσηκώσει ενάντια στον δυνάστη, τον κάθε δυνάστη και τύραννο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών.





Τραγικό τέλος
Ο Δασκαλογιάννης βρήκε τραγικό θάνατο: τον έγδαραν. Ανάλογο τέλος -όχι τόσο φρικτό- είχαν και οι δύο θυγατέρες του: της μιας τα λογικά σάλεψαν και πέθανε φυγάς στην Κωνσταντινούπολη και η άλλη τούρκεψε με το ζόρι.
Μια διαφορετική πτυχή έδωσε στο συνέδριο ο Κώστας Κοκκινόφτας, ερευνητής του Μορφωτικού Ιδρύματος της Ι. Μ. Κύκκου. Παρουσίασε για πρώτη φορά ιστοριογραφικό σύγγραμμα με εκτενή αναφορά στα Ορλωφικά, στα οποία εντασσόταν και το κίνημη του Δασκαλογιάννη.
Ο εθνομάρτυρας Δασκαλογιάννης ενέπνευσε ακόμα και τον Ν. Καζαντζάκη. Οι αναφορές για παράδειγμα στον «Καπετάν-Μιχάλη» είναι έμμεσες, ολιγόγραμμες, αλλά ουσιαστικές. Ο ήρωας συνεχίζει να εμπνέει όλους εκείνους που κρύβουν τον επαναστάτη κόντρα στο σύστημα και την υποτέλεια.
Οι εκδηλώσεις ολοκληρώθηκαν στην Ανώπολη όπου με λαμπρότητα εορτάστηκε η Επανάσταση του 1770 στο νησί με αρχηγό και πρωτεργάτη τον Δασκαλογιάννη.
ΠΗΓΗ - http://www.enet.gr
http://kritipoliskaihoria.blogspot.gr/2011/10/blog-post_26.html
Δασκαλογιάννης, επανάσταση και αυτοθυσία
 Ο ΔΑΣΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ, δη­λα­δὴ ὁ Ἰ­ω­άν­νης Δά­σκα­λος, ἦ­ταν μί­α ἀ­πὸ τὶς πλέ­ον ἡ­ρω­ι­κὲς μορ­φὲς τῶν ἀ­γώ­νων τῶν Ἑλ­λή­νων κα­τὰ τῶν Τούρ­κων κα­τα­κτη­τῶν. Καὶ ἴ­σως ὁ κα­θα­ρό­τε­ρος ἀ­πὸ ὅ­λους. Δὲν εἶ­χε ὑ­πη­ρε­τή­σει πο­τὲ στὶς αὐ­λὲς τῶν πα­σά­δων, ὅ­πως ἄλ­λοι πρω­το­κα­πε­τά­νιοι τοῦ 1821, οὔ­τε στρα­τεύ­θη­κε σὰν ἁρ­μα­το­λός. Ὁ Κω­στὴς Πα­λα­μᾶς τὸν ἀ­πο­κα­λεῖ «κο­ρυ­φὴ τῆς κρη­τι­κῆς θυ­σί­ας», ἀλ­λὰ τὸ ἦ­θος, ἡ καρ­τε­ρί­α, ἡ αὐ­το­θυ­σί­α τὸν ἀ­νε­βά­ζουν ψη­λὰ στὴν κο­ρυ­φὴ τῶν ἀ­γώ­νων τοῦ Γέ­νους....

Ἦ­ταν ὑ­πε­ρή­φα­νος, ὀ­νει­ρο­πό­λος, γεν­ναῖ­ος, πλού­σιος καὶ τολ­μη­ρός. Ἀλ­λὰ καὶ εὔ­πι­στος! Δὲν ἀ­νῆ­κε στὸ εἶ­δος τῶν ἀν­θρώ­πων τοῦ πο­λέ­μου. Δὲν πε­ρι­ε­φέ­ρε­το σὰν «χα­ΐ­νης», πά­ει νὰ πεῖ ἀν­τάρ­της, στὰ βου­νά, ὅ­πως οἱ σύν­τρο­φοί του στὴν ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ 1770. Ἦ­ταν ναυ­τι­κός, μὲ δι­κά του κα­ρά­βια καὶ τα­ξί­δευ­ε ἀ­πὸ τὴ Μασ­σα­λί­α ὡς τὰ λι­μά­νια τοῦ Εὔ­ξει­νου καὶ ἀ­πὸ τὸ βά­θος τοῦ Ἁ­δρί­α, τὴν Τερ­γέ­στη, ὡς τὰ ἀ­φρι­κα­νι­κὰ λι­μά­νια, τὴν Ἀ­λε­ξάν­δρεια καὶ τὴν Μπιγ­κά­ζα. Εἶ­χε, μα­ζὶ μὲ τ’ ἀ­δέρ­φια του, ναυ­τι­κὰ «πρα­κτο­ρεῖ­α» στὰ κυ­ρι­ό­τε­ρα λι­μά­νια καὶ σὲ πολ­λὰ ἐ­λεύ­θε­ρα ἑλ­λη­νι­κὰ νη­σιά, ὅ­πως στὰ Κύ­θη­ρα. Ἔμ­πο­ρος, τα­ξι­δευ­τὴς μὲ πεί­ρα τοῦ κό­σμου καὶ γνω­ρι­μί­ες μὲ πρίγ­κι­πες, μη­τρο­πο­λί­τες, πρό­κρι­τους καὶ δι­πλω­μά­τες ξέ­νων χω­ρῶν. Πρέ­πει νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι οἱ συμ­πα­τρι­ῶ­τες του, οἱ Σφα­κια­νοί, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τοὺς ἄλ­λους Κρη­τι­κοὺς ποὺ ἀ­πε­χθά­νον­ταν τό­τε τὴ θά­λασ­σα, εἶ­χαν δε­κά­δες κα­ρά­βια στὴ Με­σό­γει­ο, μὲ βά­ση τὸν ὅρ­μο Λου­τρὸ στὸ Λι­βυ­κό, δυ­τι­κά της Χώ­ρας Σφα­κί­ων, στὰ ἴ­χνη τοῦ ἀρ­χαί­ου «δι­λί­με­νου» Φοί­νι­κα. Ἀλ­λὰ ἦ­ταν ὁ μό­νος Σφα­κια­νὸς τῆς ἐ­πο­χῆς ποὺ τολ­μοῦ­σε νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει στὴν ἐ­παρ­χί­α μὲ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὰ ροῦ­χα, χω­ρὶς νὰ τὸν ἀ­πο­κα­λοῦν ψα­λι­δό­κω­λο!

Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἱ­στο­ρι­κοὶ καὶ ἡ πα­ρά­δο­ση θέ­λουν τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη ἀ­πὸ τὴ γε­νιὰ τῶν Βλά­χων τοῦ χω­ριοῦ Ἀ­νώ­πο­λη Σφα­κί­ων. Τὸ «Βλά­χος» φυ­σι­κὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νὸ ἐ­πί­θε­το σφα­κια­νῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Θὰ ἦ­ταν πι­θα­νό­τα­τα προ­σω­νύ­μιο -καὶ προ­σω­νύ­μια εἶ­χαν τό­τε σχε­δὸν ὅ­λοι οἱ Σφα­κια­νοί. Κά­ποι­οι ἰ­σχυ­ρί­στη­καν ὅ­τι ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης «ἔ­σερ­νε» ἀ­πὸ τὴ ναυ­τι­κὴ γε­νιὰ τῶν Ἀν­δρου­λα­κά­κη­δων, τοῦ Λου­τροῦ. Προ­φα­νῶς ἔ­χουν ἐ­πη­ρε­α­σθεῖ ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι οἱ Τοῦρ­κοι ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη «Ἰ­ω­άν­νη υἱ­ὸν Ἀν­δρέ­ου» κα­τὰ τὴν πρα­κτι­κή της ἐ­πο­χῆς. Μί­α πρα­κτι­κὴ ποὺ πε­ρι­έρ­γως ἔ­χει ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κὴ ρί­ζα. Πράγ­μα­τι ὑ­πάρ­χει τουρ­κι­κὸ ἔγ­γρα­φο ποὺ τὸν ἀ­πο­κα­λεῖ «Ἰ­ω­άν­νη υἱ­ὸν Ἀν­δρέ­ου». Καὶ πράγ­μα­τι ὁ πα­τέ­ρας τοῦ ὀ­νο­μά­ζε­το Ἀν­δρέ­ας, ὅ­πως καὶ ὁ πρῶ­τος του υἱ­ός, κα­τὰ τὸ συ­νή­θει­ο ποὺ ἐ­πι­κρα­τεῖ πάν­τα.
Τὸ ἀρ­χον­τι­κό του Δα­σκα­λο­γιά­ννη δι­α­κρί­νε­ται ἀ­κό­μη ἐ­ρει­πω­μέ­νο στὴν Ἀ­νώ­πο­λη, πά­νω ἀ­πὸ τὸ Λου­τρό. Καὶ ὁ θρύ­λος τοῦ ζεῖ στὰ βου­νὰ καὶ στὰ φα­ράγ­για καὶ στὶς ἄ­γρι­ες ἀ­κρο­γι­α­λι­ὲς τοῦ Λι­βυ­κοῦ.

Ἡ κα­τά­στα­ση τὸ 1769

Ἕ­νας Δα­σκα­λο­γιά­ννης βρί­σκε­ται σὲ τουρ­κι­κὸ ἔγ­γρα­φό του 1765 μὲ τὸν τί­τλο τοῦ Κετ­χουν­τᾶ (γραμ­μα­τι­κοῦ) τῶν Σφα­κί­ων. Καὶ ἀρ­γό­τε­ρα σὲ ἔγ­γρα­φό του 1767 ὁ Νι­κο­λὸς Σγου­ρο­μάλ­λης, ἀ­δελ­φός του Δα­σκα­λο­γιά­ννη, ἐ­πί­σης μὲ τὴν ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ γραμ­μα­τι­κοῦ. Τώ­ρα ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης τοῦ ἐγ­γρά­φου εἶ­ναι ὁ ἴ­διος μὲ τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη τοῦ ἀ­γώ­να ἢ εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πολ­λοὺς Ἰ­ω­άν­νη­δες Δα­σκά­λους καὶ Δα­σκα­λια­νοὺς τῶν Σφα­κί­ων; Ὅ­σο γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α τοῦ Δα­σκα­λο­γιά­ννη, οἱ ἱ­στο­ρι­κοὶ τὸν θέ­λουν 40 ἐ­τῶν τὸ 1770.

Ἀλ­λὰ ποι­ὰ ἦ­ταν ἡ κα­τά­στα­ση τὸ 1769, δη­λα­δὴ τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης προ­ε­τοί­μα­ζε τὴν ἐ­πα­νά­στα­σή του:

Οἱ Τοῦρ­κοι κρα­τοῦ­σαν ἕ­ναν αἰ­ώ­να τὴν Κρή­τη καὶ τρεῖς αἰ­ῶ­νες τὸν Μο­ριὰ καὶ τὴ Ρού­με­λη. Τὰ Σφα­κιά, ὅ­μως, ποὺ δὲν ἡ­σύ­χα­σαν πο­τὲ σ’ ὅ­λο τὸ μά­κρος τῆς ἐ­νε­τι­κῆς κα­το­χῆς, εἶ­χαν μί­α πε­ρί­ερ­γη τύ­χη. Τὸ 1648, ἐ­νῶ εἶ­χαν ὑ­πο­τα­χθεῖ ὅ­λες οἱ γύ­ρω ἐ­παρ­χί­ες καὶ τὰ κά­στρα ἦ­ταν γκρε­μι­σμέ­να, δί­χως τὸ Με­γά­λο, οἱ Σφα­κια­νοὶ βο­η­θοῦ­σαν τὸν Ματ­θαῖ­ο Καλ­λέρ­γη καὶ τοὺς Ἐ­νε­τοὺς στὶς ἐ­πι­χει­ρή­σεις τοῦ Ἁλ­μυ­ροῦ. Ὅ­πως μᾶς λέ­ει ὁ Τοῦρ­κος ἱ­στο­ρι­κὸς Να­ϊ­μά, βα­σι­ζό­με­νοι εἰς τὸ ὀ­ρει­νὸν καὶ δύ­σβα­τον τῆς ἐ­παρ­χί­ας των, δὲν δι­ῆ­γον φι­λη­σύ­χως καὶ ἐ­πὶ ἐ­πο­χῆς τῶν ἀ­πί­στων (Ἐ­νε­τῶν). Γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τὸ -συ­νε­χί­ζει ὁ ἱ­στο­ρι­κὸς- ἔ­στει­λαν οἱ Τοῦρ­κοι τὸν Κετ­χουν­τὰ τῆς Ρού­με­λης Κου­τοὺζ Ἀ­λῆ Ἀ­γά, ὅ­στις κα­τέ­λα­βε τὸ φρού­ριον, κα­τα­δι­ώ­ξας καὶ δι­α­σκορ­πί­σας τοὺς ἀ­πει­θεὶς τού­τους (Σφα­κια­νούς). Ὁ ἀρ­χι­στρά­τη­γος προ­σέ­φε­ρε δι­ά­φο­ρα δῶ­ρα καὶ ἐ­πε­δα­ψί­λευ­σε δι­α­φό­ρους φι­λο­φρο­νή­σεις εἰς τὸν ρη­θέν­τα Ἀ­λὴ Ἀ­γὰν.

Ἄλ­λος, ὅ­μως, Τοῦρ­κος, ὁ γνω­στός μας ἀ­πὸ τὴν πε­ρι­ή­γη­σή του, ὁ Ἐ­βλιὰ Τζε­λεμ­πή, ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι τὰ Σφα­κιὰ τὰ πά­τη­σε ὁ ἴ­διος ὁ θρυ­λι­κὸς γιὰ τὸ πα­ρά­στη­μα καὶ τὴν ἀν­δρεί­α του Δε­λὴ Χου­σε­ΐν Πα­σάς, ὁ Γα­ζὴς. Με­τὰ λί­γα χρό­νια, καὶ συγ­κε­κρι­μέ­να τὸ 1658, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ συ­νο­μι­λί­ες μὲ τὸν Χου­σε­ΐν Πα­σά, τὰ Σφα­κιὰ ποὺ μέ­χρι τό­τε ἦ­ταν φέ­ου­δο τοῦ ἴ­διου τοῦ Χου­σε­ΐν, ὑ­πά­γον­ται στὸ βα­κου­φι­κὸ σύ­στη­μα. Καὶ ἀ­φι­ε­ρώ­νον­ται στὶς ἱ­ε­ρὲς πό­λεις Μέκ­κα καὶ Με­δί­να. Στὰ Σφα­κιὰ φαί­νε­ται ὅ­τι ἔ­μει­νε γιὰ λί­γο και­ρὸ Τοῦρ­κος ἀ­ξι­ω­μα­τοῦ­χος. Ἀλ­λὰ κα­νέ­νας δὲν ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μό­νι­μα. Τοὺς φό­ρους τους, ποὺ ἦ­ταν ἕ­να ἀ­στεῖ­ο πο­σὸ γιὰ τὰ ἐμ­πο­ρευ­ό­με­να ἢ πει­ρα­τι­κὰ ἔ­στω, Σφα­κιά, πό­τε τοὺς πλή­ρω­ναν καὶ πό­τε ὄ­χι, οἱ Σφα­κια­νοί. Πό­τε μὲ δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες στὸν ἴ­διο τὸν σουλ­τά­νο καὶ πό­τε μὲ ζο­ρι­λί­κι, κα­τά­φερ­ναν νὰ γλι­τώ­νουν.

Στὰ τουρ­κι­κὰ ἀρ­χεῖ­α τοῦ Με­γά­λου Κά­στρου, ποὺ με­τέ­φρα­σε ὁ Ν. Σταυ­ρι­νί­δης, βρί­σκου­με ὀρ­γι­σμέ­να φιρ­μά­νια τῶν σουλ­τά­νων, ποὺ ζη­τοῦν νὰ λή­ξει αὐ­τὴ ἡ κα­τά­στα­ση μὲ τοὺς Σφα­κια­νούς. Νὰ ἕ­να γραμ­μέ­νο «τὴ τρι­α­κο­στή τοῦ μη­νὸς Ρε­τζέπ, τοῦ ἔ­τους χί­λια ἑ­κα­τὸν ἑ­βδο­μή­κον­τα δύ­ο (18-3-1759)», δέ­κα χρό­νια πρὶν ἀ­πὸ τὰ γε­γο­νό­τα ποὺ ἐ­ξι­στο­ροῦ­με: «...πα­ρὰ ταῦ­τα, οἱ ρα­γιά­δες τῆς ἐν λό­γω ἐ­παρ­χί­ας (Σφα­κί­ων) συ­νερ­γα­ζό­με­νοι στε­νῶς με­τὰ τῶν ἀ­πί­στων ἐ­χθρῶν κουρ­σά­ρων καὶ ὄν­τες λί­αν πα­νοῦρ­γοι καὶ δό­λιοι, βα­σι­ζό­με­νοι δὲ καὶ εἰς τὸ δύ­σβα­τον τῶν ὁ­δῶν των καὶ τὸ ἀ­πρό­σι­τον τῆς Ἐ­παρ­χί­ας των καὶ συμ­πε­ρι­φε­ρό­με­νοι πάν­το­τε με­τὰ σκαι­ό­τη­τος, ἀρ­νοῦν­ται... τὴν κα­τα­βο­λὴν τῶν φό­ρων των, προ­βάλ­λον­τες ἄρ­νη­σιν καὶ ἐμ­μο­νὴν καὶ ἀν­τί­στα­σιν, συγ­κεν­τρω­θέν­των οὕ­τω εἰς χεί­ρας τῶν ἄ­νω τῶν 40.000 γρο­σί­ων... Ὁ­σά­κις δὲ ἀ­πέ­στει­λε (ὁ ἔ­φο­ρος) ἀν­θρώ­πους εἰς τὴν Ἐ­παρ­χί­αν των διὰ νὰ ζη­τή­σουν... τὴν πλη­ρω­μήν... ὄ­χι μό­νον δὲν ἐ­πλή­ρω­σαν τού­τους, ἀλ­λ’ οὔ­τε ἀ­πάν­τη­σιν τι­νὰ ἔ­δω­σαν...».
Σὲ πα­λι­ό­τε­ρα φιρ­μά­νια βρί­σκου­με τὶς ἴ­δι­ες κα­τη­γο­ρί­ες τοῦ σουλ­τά­νου γιὰ τοὺς Σφα­κια­νούς, ποὺ «πε­ρι­φέ­ρον­ται ἔ­νο­πλοι» καὶ πε­ρι­φρο­νοῦν τὸν νό­μον. Κά­που-κά­που οἱ δι­α­τα­γὲς τοῦ σουλ­τά­νου γί­νον­ται φι­λι­κὲς πρὸς τοὺς Σφα­κια­νοὺς καὶ ὁ­ρί­ζουν νὰ μὴ τοὺς ἐ­νο­χλεῖ κα­νέ­νας, νὰ μὴ τοὺς ὑ­πο­βάλ­λουν σὲ τα­λαι­πω­ρί­ες, ὅ­ταν κα­τε­βαί­νουν ἀ­π’ τὰ βου­νὰ τους ν’ ἀ­γο­ρά­σουν στά­ρι.

Ἀν­τι­φα­τι­κὰ φιρ­μά­νια

Γιὰ τὰ «δο­σί­μα­τα» αὐ­τὰ ὑ­πάρ­χουν ἀρ­κε­τὰ τούρ­κι­κα χαρ­τιά. Ἄλ­λα εἶ­ναι ὀρ­γι­σμέ­να καὶ ἄλ­λα φι­λι­κά. Ὁ γραμ­μα­τι­κὸς τῶν Σφα­κια­νῶν Σγου­ρο­μάλ­λης Νι­κο­λὸς ἀ­να­γνω­ρί­ζει σύμ­φω­να μὲ ἔγ­γρα­φό του 1767 ὅ­τι ἀ­πὸ τὸ χρέ­ος τῶν Σφα­κια­νῶν «δὲν κα­τε­βλή­θη οὔ­τε ἕν ἄ­σπρον ἢ ὄ­βο­λος τίς... ἀλ­λὰ πα­ρα­μέ­νει ὁ­λό­κλη­ρον τὸ πο­σὸν τοῦ­το εἰς χρέ­ος τῶν ρα­γιά­δων τῆς ἐ­παρ­χί­ας».  Καὶ ὑ­πό­σχε­ται πλη­ρω­μή. Λί­γο πρίν, σὲ βα­σι­λι­κὸ «Χάτ­τι Χου­μα­γιοὺν» τῆς 19ης Ἰ­ου­νί­ου 1765 μὲ τὸ πε­ρί­φη­μο ἰ­δι­ό­γρα­φο «μου­τζε­πί­νι­ζε ἀ­μὲλ ὁ­λου­νὰ» (ἐ­νερ­γή­σθω συ­νω­δὰ) τοῦ σουλ­τά­νου ὁ­ρι­ζό­ταν ὅ­τι: «ἅ­μα τὴ λή­ψει, ἐ­νερ­γοῦν­τες συμ­φώ­νως πρὸς τὴν ἐ­πὶ τού­τοις ἐκ­δο­θεῖ­σαν δι­α­τα­γήν μου... φρον­τί­σα­τε νὰ σέ­βε­σθε τὴν πα­λαι­ό­θεν εἰς τὰ βα­κού­φια ἐ­λευ­θε­ρί­αν... Νὰ μὴν ἐ­πι­τρέ­ψη­τε εἰς τοὺς δρα­γου­μά­νους ἢ εἰς ἄλ­λον τι­νὰ ἔ­ξω­θεν νὰ προ­βαί­νουν εἰς ἐ­νερ­γεί­ας ἀν­τι­βαι­νού­σας τοὺς ὅ­ρους ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας αὐ­τῶν».

Ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι δὲν ἐ­λάμ­βα­ναν εἰ­δι­κὰ μέ­τρα κα­τὰ τῶν Σφα­κί­ων, δὲν τὰ ἐ­ξαι­ροῦ­σαν ἀ­πὸ τὴν εὐ­νο­ϊ­κὴ με­τα­χεί­ρι­ση τῶν βα­κου­φί­ων, πα­ρὰ τὴν ἄρ­νη­ση τῶν Σφα­κια­νῶν νὰ πλη­ρώ­νουν φό­ρους.
Θρύ­λος ἀλ­λὰ καὶ ἱ­στο­ρί­α ἔ­χουν μί­α ἐ­ξή­γη­ση γιὰ τὴν ἀν­τί­φα­ση: Μί­α γυ­ναί­κα προ­στά­τευ­ε τὰ Σφα­κιὰ μέ­σα στὰ σε­ρά­για τοῦ Σουλ­τά­νου ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρό:
«Ἡ ἐκ τῶν ἐ­να­ρέ­των μου­σουλ­μα­νί­δων Φα­τμὰ Χα­τοὺν, Χα­νοὺμ Σουλ­τὰν, εἴ­η δια­ρκὴς ἡ ἁ­γνό­της αὐ­τῆς...», γρά­φουν τὰ τε­φτέ­ρια.

Ὅ­ταν τοὺς ἀ­πει­λοῦ­σαν οἱ Τοῦρ­κοι, οἱ μι­σοὶ Σφα­κια­νοὶ ἔμ­παι­ναν στὰ κα­ρά­βια καὶ ἀ­νοί­γον­ταν στὸ πέ­λα­γος καὶ οἱ ἄλ­λοι μι­σοὶ ἀ­νέ­βαι­ναν στὰ ἀ­πά­τη­τα βου­νὰ καὶ στὰ ἄ­γρια φα­ράγ­για καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ τοὺς πει­ρά­ξει. Δι­α­βά­ζου­με σὲ φιρ­μά­νι τῆς ἐ­πο­χῆς:

«Ἐ­ὰν δέ, πα­ρ’ ἐλ­πί­δα, φθά­ση ἀ­πε­σταλ­μέ­νος τὶς εἰς τὴν ἐ­παρ­χί­αν των, οἱ κα­τη­ρα­μέ­νοι κά­τοι­κοί της καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι κα­πε­τα­ναῖ­οι τοὺς δι­α­φεύ­γουν...».

Στὸν ὅρ­μο τοῦ Λου­τροῦ, ποὺ ἦ­ταν τὸ «κεν­τρι­κὸ λι­μά­νι» τῶν Σφα­κί­ων, ὑ­πῆρ­χε πλοῦ­τος καὶ με­γα­λεῖ­ο. Στὴν Ἀ­νώ­πο­λη τῆς ὁ­ποί­ας ἐ­πί­νει­ο ἦ­ταν τὸ Λου­τρό, ἡ ἀρ­χον­τιὰ ἦ­ταν ἔκ­δη­λη. Καὶ ὄ­χι μό­νον ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή. Στὰ χαρ­τιὰ τῶν Ἐ­νε­τῶν ἀ­να­φέ­ρε­ται ἕ­να με­γα­λο­πρε­πὲς γεῦ­μα τοῦ κα­πε­τὰν Κα­τσού­λη Πα­τε­ρο­ζά­πα στὸν γε­νι­κὸ προ­βλε­πτὴ Κρή­της Γε­ρώ­νυ­μο Κα­πέ­λο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πι­χει­ροῦ­σε ἐ­πί­σκε­ψη φι­λί­ας στὰ Σφα­κιὰ τὸ 1608. Στὸ τρα­πέ­ζι αὐ­τό, σύμ­φω­να μὲ τὰ χαρ­τιὰ τῶν Ἐ­νε­τῶν, ὁ Ἀ­νω­πο­λί­της κα­πε­τά­νιος ἅ­πλω­σε τρι­α­κό­σια ἀρ­γυ­ρὰ σκεύ­η.

Καὶ στὴ χώ­ρα Σφα­κί­ων, στὸν Ὀμ­πρὸς Για­λὸ «μὲ τσ’ ἑ­κα­τὸν τὶς ἐκ­κλη­σι­ές, τὰ πλού­σια τὰ σε­ρά­για» κα­τοι­κοῦ­σαν ἄρ­χον­τες «κα­λόσει­ροι» καὶ ναῦ­τες «παι­νε­μέ­νοι».

Οἱ πε­δι­νοὶ ἀ­δι­α­φο­ροῦν

Ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μη ἀρ­κε­τὰ πράγ­μα­τα ποὺ πρέ­πει ν’ ἀ­να­φέ­ρει κα­νεὶς προ­λο­γι­κά:

Οἱ Σφα­κια­νοὶ εἶ­χαν μί­α ἄλ­λο­τε σι­ω­πη­ρὴ καὶ ἄλ­λο­τε αἱ­μα­τη­ρὴ ἀν­τι­δι­κί­α μὲ τοὺς πε­δι­νοὺς Κρη­τι­κούς. Ὁ ἱ­στο­ρι­κὸς τῶν Σφα­κί­ων Γρ. Πα­πα­δο­πε­τρά­κης, φα­να­τι­κὸς ὑ­πὲρ τῶν συμ­πα­τρι­ω­τῶν του, ὁ­μι­λεῖ πε­ρὶ ἐ­χθρό­τη­τος ποὺ ὀ­φεί­λε­το στὴν ὑ­πε­ρο­χὴ τῶν Σφα­κια­νῶν, φυ­λε­τι­κὴ καὶ ψυ­χο­λο­γι­κή. Οἱ Σφα­κια­νοὶ ἦ­ταν ἄν­δρες ὡ­ραῖ­οι, εὐ­στα­λεῖς, γεν­ναῖ­οι καὶ σχε­τι­κῶς εὐ­κα­τά­στα­τοι. Ἀ­κό­μη καὶ οἱ ἐγ­κα­τε­στη­μέ­νοι στὰ «κα­τω­μέ­ρια», μὲ τὴν εὐ­φυ­ΐ­α, τὴν ἐρ­γα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴν εὐ­ε­λι­ξί­α τους, ὑ­πε­ρεῖ­χαν τῶν ἄλ­λων. Δη­μι­ουρ­γοῦ­σαν πε­ρι­ου­σί­ες καὶ σχέ­σεις καὶ ξε­χώ­ρι­ζαν στὶς κοι­νω­νί­ες ποὺ ζοῦ­σαν σὲ ὅ­λες τὶς ἐ­πο­χές. Ἔγ­γρα­φα τοῦ και­ροῦ ἐ­κεί­νου ὁ­μι­λοῦν γιὰ δο­λο­φο­νί­ες Σφα­κια­νῶν ἀ­πὸ ἄλ­λους Κρη­τι­κοὺς στὴν πε­ρι­ο­χὴ τοῦ Ἡ­ρα­κλεί­ου.

Ἐ­πί­σης ἀ­να­φέ­ρε­ται πε­ρι­στα­τι­κὸ φο­ρο­λο­γι­κῆς μορ­φῆς: Οἱ Τοῦρ­κοι ἀ­φαί­ρε­σαν φο­ρο­λο­γι­κὰ «δελ­τί­α» ἀ­πὸ τὰ Σφα­κιὰ καὶ τὰ προ­σέ­θε­σαν σὲ ἄλ­λες ἐ­παρ­χί­ες. Προ­φα­νῶς δι­ό­τι δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τὰ εἰ­σπρά­ξουν οἱ φο­ρα­τζῆ­δες.

Ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης πρέ­πει νὰ γνώ­ρι­ζε ὅ­τι οἱ πε­δι­νοὶ Κρη­τι­κοὶ δὲν θὰ ση­κώ­νον­ταν μα­ζί του. Ἦ­ταν ἄλ­λω­στε ἕ­ναν αἰ­ώ­να ἄ­ο­πλοι καὶ ἄ­μα­θοι τῶν ὅ­πλων, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τοὺς δι­κούς του ποὺ ὁ­πλο­φο­ροῦ­σαν ἀ­πὸ νή­πια. Ἀ­κό­μη: Στὰ Σφα­κιὰ ὑ­πῆρ­χε μί­α ἢ καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρες ὁ­μά­δες κα­τα­δρο­μέ­ων.

Ἡ Ἱ­στο­ρί­α δι­α­σώ­ζει μί­α μὲ ἀρ­χη­γὸ τὸν Μάρ­κο, γιὸ τοῦ κα­πε­τὰν Γι­ωρ­γά­κη. Ἡ ὁ­μά­δα τοῦ Γι­ωρ­γα­κο­μάρ­κου ρή­μα­ζε τὰ ὑ­πο­στα­τι­κὰ τῶν ἀ­γά­δων, πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ Σφα­κιά, στὰ ἀ­πο­κο­ρω­νι­ώ­τι­κα καὶ τὰ ρε­θε­μνι­ώ­τι­κα χω­ριά. Ἔ­πε­φταν τὴ νύ­χτα, ἐ­ξόν­τω­ναν τοὺς ἀ­γά­δες καὶ τοὺς ἀν­θρώ­πους τους καὶ γύ­ρι­ζαν στὰ Σφα­κιὰ φορ­τω­μέ­νοι μὲ «κοῦρ­σος». Ἦ­ταν δει­νοὶ νυ­χτο­πο­λε­μι­στὲς καὶ ὁ­δοι­πό­ροι. Οἱ Τοῦρ­κοι τοὺς ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν «Σε­ϊ­τὰν τα­κι­μὶ» καὶ τὸν ἀρ­χη­γὸ τοὺς Δαι­μο­νάρ­χη. Οἱ Σφα­κια­νοὶ εἶ­χαν καὶ μό­νι­μη ἀν­τι­δι­κί­α μὲ τὸν με­γά­λο γαι­ο­κτή­μο­να καὶ κτη­νο­τρό­φο Ἰμ­πρα­ὴμ Ἀ­λη­δά­κι, ἕ­ναν ἀ­πό­γο­νο Ἐ­νε­τῶν ἐ­ξω­μο­τῶν ποὺ κρα­τοῦ­σε ὅ­λες τὶς βο­ρι­νὲς πλευ­ρὲς τῶν Σφα­κια­νῶν βου­νῶν. Εἶ­χε στή­σει μι­τά­τα, πά­ει νὰ πεῖ στά­νες, δε­κα­τέσ­σε­ρις ἀ­πὸ τὰ σύ­νο­ρα τοῦ Ρε­θύ­μνου μέ­χρι τὴ Μα­λά­ξα, τὸ βου­νὸ ποὺ στέ­κει πά­νω ἀ­πὸ τὴ Σού­δα.

Ὁ πύρ­γος του, πα­λιὸ ἑ­νε­τι­κὸ φρού­ριο, κτι­σμέ­νο πά­νω στὴ μο­να­δι­κὴ ἔ­ξο­δο τῶν Σφα­κι­ῶν, στέ­γα­ζε δε­κά­δες ἐ­νό­πλους, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων καὶ χρι­στια­νούς. Καὶ οἱ ποι­μέ­νες του εἶ­χαν συ­νε­χεῖς ἀν­τι­δι­κί­ες μὲ τοὺς Σφα­κια­νούς.

Ὁ Ἀ­λη­δά­κις ἦ­ταν ὁ βα­σι­κὸς ἐ­πι­τη­ρη­τὴς τῶν Σφα­κια­νῶν καὶ ὁ πλη­ρο­φο­ρι­ο­δό­της τῶν Τούρ­κων, γι’ αὐ­τὸ καὶ δὲν τὸν χώ­νευ­αν οἱ ἄλ­λοι ἀ­γά­δες τῆς πε­ρι­ο­χῆς καὶ δὲν ἀν­τέ­δρα­σαν ὅ­ταν, λί­γα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, τὸν ἐ­ξόν­τω­σαν οἱ Σφα­κια­νοί.

«Ὀ­λυμ­πια­κοὶ» στὸ Φραγ­κο­κά­στελ­λο

Πα­ρὰ τὴ μυ­στι­κό­τη­τα, φῆ­μες πὼς τὰ Σφα­κιὰ ἑ­τοι­μά­ζον­ταν νὰ ση­κω­θοῦν δι­έ­τρε­χαν τὶς ἄ­γρι­ες ἀ­κρο­γι­α­λι­ές, κα­τέ­βαι­ναν στὰ βά­θη τῶν ἑ­πτὰ με­γά­λων φα­ραγ­γι­ῶν καὶ ἔ­φτα­ναν ὡς τὶς δε­κά­δες κο­ρυ­φές, ποὺ ὑ­ψώ­νουν τὸ με­γα­λεῖ­ο τῶν Μα­δά­ρων ὡς δυ­ό­μι­σι χι­λι­ό­με­τρα ψη­λά. Οἱ Τοῦρ­κοι ἦ­ταν φο­βι­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὶς φῆ­μες γιὰ τὸν ρω­σι­κὸ στό­λο ποὺ εἶ­χε κα­τα­κλύ­σει τὸ Αἰ­γαῖ­ο. Καὶ πε­ρί­με­ναν ἀ­νή­συ­χοι τὴν ἔ­κρη­ξη.
Κεῖ­νο τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 1769 ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νο στὰ Σφα­κιά. Κου­βα­λοῦ­σαν τὰ κα­ρά­βια ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα. Κου­βα­λοῦ­σαν οἱ «δαι­μό­νιοι» ἀ­πὸ τοὺς κάμ­πους τὰ ἔ­χη τῶν ἀ­γά­δων καὶ τὸ πα­νη­γύ­ρι τοῦ Ἅ­ι Νι­κή­τα στὸ Φραγ­κο­κά­στελ­λο ἦ­ταν ἀ­πὸ τὰ πιὸ με­γά­λα ποὺ εἶ­δε ὁ τό­πος.
...Στὰ πα­ρά­λια του Λι­βυ­κοῦ, στὴν ἀ­να­το­λι­κὴ ἄ­κρη τῶν Σφα­κι­ῶν, εἶ­ναι ἕ­νας κάμ­πος μι­κρός. Κον­τὰ στὸ κύ­μα ἔ­χουν ση­κώ­σει ἕ­να μι­κρὸ κά­στρο οἱ Ἐ­νε­τοί, ποὺ τὸ εἶ­παν οἱ ντό­πιοι Φραγ­κο­κά­στελ­λο. Αὐ­τὸ τὸ Φραγ­κο­κά­στελ­λο τὸ δό­ξα­σε, στὰ 1828, ὁ Χα­τζὴ Μι­χά­λης Ντα­λιά­ννης μὲ τὴ θυ­σί­α του. Κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ τὸ κά­στρο ἦ­ταν ἔ­ρη­μο, μὰ κον­τὰ του τὸ ρη­μοκ­κλή­σι τοῦ Ἅ­ι Νι­κή­τα εἶ­χε σπου­δαῖ­ες δό­ξες. Τὸ πα­νη­γύ­ρι γι­νό­ταν στὶς 15 τοῦ Σε­πτέμ­βρη, μὲ με­γά­λη ἐ­πι­ση­μό­τη­τα. Ἔ­φτα­ναν ἀ­π’ ὅ­λα τὰ χω­ριὰ τῶν Σφα­κι­ῶν καὶ τῆς Ρί­ζας πα­νη­γυ­ρι­ῶ­τες, μὲ σφά­για καὶ τυ­ριὰ καὶ μέ­λια. Ἔ­φτα­νε ὁ ἐ­πί­σκο­πος, ἡ­γού­με­νοι καὶ πα­πά­δες. Κα­πε­τά­νιοι, πα­λι­κά­ρια καὶ κο­πε­λοῦ­δες. Πα­λιὸ λα­ϊ­κὸ τρα­γού­δι ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ πα­νη­γύ­ρι αὐ­τό:

«Σὰ θὲς νὰ δὴς καὶ νὰ χα­ρῆς ὄ­μορ­φα παλ­λη­κά­ρια
ἄ­με στὸ Φραγ­κο­κά­στελ­λο νὰ ’­ναι τ’ Ἁ­γιοῦ Νι­κή­τα.
Νὰ κα­τε­βοῦν τὰ δύ­ο χω­ριὰ ἡ Νίμ­προς καὶ τ’ Ἀ­σκύ­φου
καὶ τ’ ἄλ­λα τὰ γυ­ρό­χω­ρα...
Νὰ δὴς σγου­ροὺς νὰ δὴς ξαν­θοὺς κι ὄ­μορ­φους κο­πελ­λιά­ρους.
Νὰ δὴς ψη­λοὺς γιὰ τὸ σπα­θί, κον­τοὺς γιὰ τὸ ντου­φέ­κι...
μὲ τὰ μα­κρὰν τω­νε σκου­λιὰ μὲ τσοὶ πι­σω­καυ­κά­λες
τ’ ἀμ­πέ­θια τῶν τὰ μαλ­λια­ρὰ καὶ τσ’ ἀ­νοι­χτὲς κου­τά­λες...
Με­τὰ τὴ με­γά­λη λει­τουρ­γί­α κά­θι­ζε γύ­ρω στὰ κα­ζά­νια ὁ λα­ός, ἔ­τρω­ε, ἔ­πι­νε καὶ τρα­γου­δοῦ­σε. Ἦ­ταν βρα­σμέ­να τὰ τα­σι­μά­ρι­κα σφα­χτά, ἁ­πλω­μέ­να τὰ τυ­ριά, οἱ μυ­ζῆ­θρες. Οἱ Σφα­κια­νοὶ ἀ­γα­ποῦν τὸ βρα­στὸ κρέ­ας μὲ τὸ μέ­λι. Ἀ­γα­ποῦν καὶ τὸ κρα­σί. Τὸ κέ­φι ἄ­να­βε εὐ­θὺς καὶ χα­λοῦ­σε ὁ κό­σμος ἀ­πὸ τὸ ντου­φε­κί­δι. Τὸ ἀ­πο­με­σή­με­ρο ἄρ­χι­ζαν τ’ ἀ­γω­νί­σμα­τα. Μὲ τά­ξη τὰ πα­λι­κά­ρια, κά­τω ἀ­π’ τ’ αὐ­στη­ρὰ μά­τια τῶν γε­ρόν­των ἔ­τρε­χαν, πη­δοῦ­σαν ἔ­ρι­χναν στὸ ση­μά­δι, πε­τοῦ­σαν τὸ βό­λι κα­τὰ τὸν τρό­πο τὸν κρη­τι­κὸ καὶ τὸ λι­θά­ρι. Οἱ γέ­ροι ἔ­βγα­ζαν κρί­ση καὶ βρά­βευ­αν τοὺς νι­κη­τές. Δου­λειὰ δύ­σκο­λη κι ἐ­πι­κίν­δυ­νη για­τί ξε­σποῦ­σαν κα­βγά­δες ἀ­νά­με­σα στοὺς ὁ­πλι­σμέ­νους νέ­ους. Ἦ­ταν οἱ Ὀ­λυμ­πια­κοὶ ἀ­γῶ­νες τῶν Σφα­κια­νῶν.

Ἀλ­λὰ χει­μώ­νι­α­ζε πιὰ καὶ τὰ σφα­κια­νὰ κο­πά­δια ἔ­πρε­πε νὰ ἑ­τοι­μά­ζον­ται νὰ κα­τε­βοῦν στὰ χει­μα­διά. Ὅ­σοι βο­σκοὶ εἶ­χαν τὰ χει­μα­διὰ τους κον­τὰ στὰ Σφα­κιὰ δὲν εἶ­χαν ἀ­νη­συ­χί­α κα­μιά. Οἱ ἄλ­λοι, ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρά­σουν τὰ πρό­βα­τα στὰ κα­τω­μέ­ρια, δεί­λια­ζαν. Τοὺς κα­θη­σύ­χα­σε ὅ­μως ὁ δά­σκα­λος ποὺ πί­στευ­ε ὅ­τι δὲν θὰ τοὺς χτυ­πή­σουν πρῶ­τοι οἱ Τοῦρ­κοι εἰ­δι­κά τους Σφα­κια­νούς. Στὸν Μο­ριὰ καὶ στὶς ἄλ­λες ἑλ­λη­νι­κὲς πε­ρι­ο­χὲς οἱ σφα­γὲς εἶ­χαν ἤ­δη ἐκ­δη­λω­θεῖ.

Ἡ ἐ­πα­νά­στα­ση ἀρ­χί­ζει.

Ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης ἀ­φοῦ ξε­πέ­ρα­σε τοὺς ἐν­δοια­σμοὺς τῶν κα­πε­τα­ναί­ων, καὶ ἀ­φοῦ τοὺς βε­βαί­ω­σε ὅ­τι ὁ Μό­σκο­βος μά­χε­ται κι­ό­λας στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ νε­ρά, ἔ­φυ­γε γιὰ τὴν Ἀ­δρι­α­τι­κὴ καὶ γύ­ρι­σε τὰ Χρι­στού­γεν­να τοῦ ἴ­διου χρό­νου φορ­τω­μέ­νος ὄ­πλα καὶ ἐλ­πί­δες. «Με­σοῦν­τος τοῦ μη­νὸς Σι­ε­βάλ», δη­λα­δὴ τὸ τέ­λος Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1770, οἱ Τοῦρ­κοι τῶν Χα­νί­ων ἀ­να­φέ­ρουν στὸν σουλ­τά­νο ὅ­τι, ὅ­πως ἀ­πο­κα­λύ­πτουν «ἐξ ἀλ­λε­παλ­λή­λων πη­γῶν γρα­πταὶ πλη­ρο­φο­ρί­αι», δε­κά­δες ρού­σι­κα πλοῖ­α εἰ­σέ­βα­λαν στὴ Με­σό­γει­ο ἀ­πὸ τὸ Γι­βραλ­τάρ. Φῆ­μες ἀλ­λὰ καὶ ἀ­λη­θι­νὲς εἰ­δή­σεις πή­γαι­ναν καὶ ἤρ­χον­το ἀ­νά­με­σα στὰ Χα­νιὰ καὶ τὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη. Οἱ πα­σά­δες τῆς Κρή­της πα­νι­κό­βλη­τοι ἀ­πα­γό­ρευ­σαν στοὺς Χρι­στια­νοὺς νὰ φο­ροῦν ροῦ­χα ὅ­μοι­α μὲ τῶν Τούρ­κων. Στὶς πόρ­τες τους χά­ρα­ξαν δι­α­κρι­τι­κὰ ση­μά­δια...

Με­τὰ τὶς κα­θι­ε­ρω­μέ­νες συ­νε­λεύ­σεις στὶς ὁ­ποῖ­ες ὅ­λοι οἱ «ἄν­δρες τῶν ἁρ­μά­των» ψή­φι­ζαν, στὶς αὐ­λὲς τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Θυ­μια­νῆς, πό­λε­μο ἢ εἰ­ρή­νη, οἱ κα­πε­τά­νιοι κί­νη­σαν, φα­νε­ρὰ πλέ­ον, τὶς προ­πα­ρα­σκευ­ές. Μὲ πρό­σχη­μα τὸ Πά­σχα, ἔ­φευ­γαν ἀ­πὸ τὰ Κά­στρα καὶ τὰ πε­δι­νὰ χω­ριὰ οἱ Σφα­κια­νοὶ «ἄ­ποι­κοι» καὶ μα­ζεύ­ον­ταν στὰ Σφα­κιὰ γιὰ νὰ ἁρ­μα­τω­θοῦν καὶ νὰ κα­τα­τα­χθοῦν στὰ ἐ­πα­να­στα­τι­κὰ σώ­μα­τα. Τουρ­κι­κὸ ἔγ­γρα­φο ἐ­πι­ση­μαί­νει ὅ­τι οἱ ἄ­πι­στοι αὐ­τοὶ «ἀ­νε­χώ­ρη­σαν κρυ­φί­ως ἐκ τῶν χω­ρί­ων ὅ­που δι­έ­με­νον καὶ συ­νε­κεν­τρώ­θη­σαν ἅ­παν­τες εἰς τὴν ἐ­παρ­χί­αν Σφα­κί­ων». Ἀλ­λὰ κα­νέ­νας ἄλ­λος «κα­τω­με­ρί­της» δὲν κι­νή­θη­κε.

Σύμ­φω­να μὲ τὸν λα­ϊ­κὸ ποι­η­τὴ «Μπάρ­μπα Μπα­τζε­λιό», τὸν ὅ­μη­ρο τοῦ Δα­σκα­λο­γιά­ννη, «μί­α μέ­ρα τ’ Ἀ­πρι­λιοῦ, ὡς τὸ κο­λα­τσι­δά­κι» οἱ Σφα­κια­νοὶ ὀρ­γά­νω­σαν τὸ στρα­τό­πε­δό τους στὸ μι­κρὸ ὀ­ρο­πέ­διο Κρά­πη, στὴν ἔ­ξο­δο τοῦ φα­ραγ­γιοῦ τοῦ Κα­τρέ, στὰ σύ­νο­ρα μὲ τὸν Ἀ­πο­κό­ρω­να. Ἀλ­λὰ οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες τοῦ Μπα­τζε­λιοῦ δὲν εἶ­ναι πάν­τα ἀ­κρι­βεῖς. Οἱ ἐ­πα­να­στα­τι­κὲς ἐ­νέρ­γει­ες εἶ­χαν ἀρ­χί­σει ἀ­πὸ πρίν. Ἀ­σύ­δο­τοι καὶ ἀ­συγ­κρά­τη­τοι νε­α­ροὶ ἐ­πα­να­στά­τες εἶ­χαν ὀρ­γα­νώ­σει συ­στη­μα­τι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις κα­τὰ τῶν ἀ­γά­δων. Τὴν 25 Μαρ­τί­ου 1770, μί­α μέ­ρα ποὺ ἀρ­γό­τε­ρα θὰ γί­νει ἐ­θνι­κὸ σύμ­βο­λο, δε­κά­δες πα­πά­δες πά­νο­πλοι καὶ δύ­ο χι­λιά­δες ἐ­πα­να­στά­τες μὲ τοὺς κα­πε­τά­νιους τους, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μί­α πα­νη­γυ­ρι­κὴ λει­τουρ­γί­α με­τὰ τῶν ἀ­πα­ραι­τή­των πυ­ρο­βο­λι­σμῶν, κή­ρυ­ξαν τὴν ἐ­πα­νά­στα­ση. Ἀρ­χη­γοὶ τῶν ἐ­πα­να­στα­τῶν, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη ἀ­να­φέ­ρον­ται ὁ Μα­νού­σα­κας, ὁ Γι­ωρ­γά­κης, ὁ Βουρ­δουμ­πᾶς, ὁ Χοῦρ­δος, ὁ Μπου­νά­τος, ὁ πά­πα Σή­φης, ὁ Βο­λού­δης, ὁ Μω­ρά­κης, ὁ Σκορ­δί­λης καὶ ἀρ­κε­τοὶ ἄλ­λοι -οἱ Σφα­κια­νοὶ εἶ­χαν ἀ­πὸ τό­τε τὸ πά­θος γιὰ τὸ κα­πε­τα­νι­λί­κι...

«Μο­λὼν Λα­βὲ»

Ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης μὲ τοὺς δι­κούς του κα­τέ­βη­κε στὸν Ἀ­πο­κό­ρω­να, ὁ­πλι­σμέ­νος αὐ­τὴ τὴ φο­ρά. Καὶ στὸ κε­φά­λι του τύ­λι­ξε μαῦ­ρο κε­φα­λο­μάν­τι­λο στὴ θέ­ση τοῦ ναυ­τι­κοῦ καλ­πα­κιοῦ. Ἄλ­λοι κα­πε­τά­νιοι πέ­ρα­σαν στὰ Ρε­θε­μνι­ώ­τι­κα. Ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης ἔ­φτα­σε στὴ Μα­λά­ξα καὶ μὲ τὸ ναυ­τι­κὸ κα­νο­κιά­λι ἐ­ρευ­νοῦ­σε τὸ κρη­τι­κὸ πέ­λα­γος γιὰ νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει τὰ ρού­σι­κα κα­ρά­βια ποὺ πε­ρί­με­νε. Λί­γες μέ­ρες πρὶν εἶ­χε ἀ­παν­τή­σει μὲ ἕ­να «Μο­λῶν Λα­βὲ» στοὺς ἀ­πε­σταλ­μέ­νους τῶν Τούρ­κων, ἱ­ε­ρω­μέ­νους, ποὺ ἔ­φερ­ναν πρό­τα­ση συν­δι­αλ­λα­γῆς: «Κα­τ’ οὐ­δέ­να τρό­πον ἠ­συ­χά­ζο­μεν!»

Τὸ τουρ­κι­κὸ κρά­τος, βα­ρυ­κί­νη­το ὡς συ­νή­θως, ἄρ­γη­σε κά­πως νὰ ἀν­τι­δρά­σει. Ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α τοῦ Μπα­τζε­λιοῦ ὅ­τι «Στσ’ εἴ­κο­σι­ε­ξε τ’ Ἀ­πρι­λιοῦ, πρι­χοὺ ση­κώ­σει ἡ μέ­ρα - μπαί­νουν οἱ Τοῦρ­κοι στὰ Σφα­κιὰ μὲ τὸ σπα­θὶ στὴ χέ­ρα» εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­να­κρι­βής. Ὁ σουλ­τά­νος εἶ­χε πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ ἀ­πὸ τὶς 10 Ἀ­πρι­λί­ου τὶς κι­νη­το­ποι­ή­σεις τοῦ Δα­σκα­λο­γιά­ννη. Ἀλ­λὰ δὲν ἤ­θε­λε νὰ κι­νη­θεῖ χω­ρὶς νὰ ἐ­ξα­κρι­βώ­σει τὶς πλη­ρο­φο­ρί­ες. Στὶς 7 Μα­ΐ­ου τοῦ 1770 ἔ­φτα­σε στὸ Με­γά­λο Κά­στρο αὐ­το­κρα­το­ρι­κὸ φιρ­μά­νι ποὺ ὅ­ρι­ζε: «Ἂν ἑ­ξα­κρι­βώ­ση­τε ὅ­τι πράγ­μα­τι οὗ­τοι (οἱ Σφα­κια­νοὶ) τυγ­χά­νου­σι ἐ­πα­να­στά­τες καὶ στα­σια­στές, ἐ­νι­σχύ­ουν δὲ τοὺς ἐ­χθρούς τῆς πί­στε­ως καὶ προ­βαί­νουν εἰς πρά­ξεις ἀ­να­τρε­πτι­κὰς... τό­τε πάν­τες ὑ­μεῖς ἐν ὁ­μο­φω­νί­α ἐκ­στρα­τεύ­σα­τε ἐ­ναν­τί­ον τους καὶ προ­βῆ­τε εἰς τὴν σφα­γὴν καὶ τὸν ἀ­φα­νι­σμὸν αὐ­τῶν...».
Στὸ με­τα­ξὺ οἱ ἐ­πα­να­στά­τες ἐ­ξόν­τω­ναν τοὺς Κρη­τό­τουρ­κους τοῦ κάμ­που καὶ τὶς φρου­ρὲς τῶν μι­κρῶν πύρ­γων.

Κα­τὰ τὰ τουρ­κι­κὰ ἀρ­χεῖ­α, στὶς 28 Μα­ΐ­ου ὁ ἀρ­χη­γὸς τοῦ στρα­τοῦ ποὺ εἶ­χε ἐν­το­λὴ νὰ χτυ­πή­σει τοὺς ἐ­πα­να­στά­τες ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι οἱ προ­σπά­θει­ές του νὰ ἡ­συ­χά­σει τοὺς Σφα­κια­νοὺς ἀ­πέ­τυ­χαν. Ὁ ἡ­γού­με­νος τοῦ Πρέ­βε­λη καὶ ὁ ἐ­πί­σκο­πος Ἀρ­κα­δί­ας (Με­σα­ρᾶς) ποὺ ἔ­στει­λε γιὰ συμ­φω­νί­ες ἐκ­δι­ώ­χθη­καν ἀ­πὸ τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη. Οἱ μά­χες μὲ τὸν στρα­τὸ ποὺ συγ­κεν­τρώ­θη­κε στὶς Βρύ­σες ἄρ­χι­σαν τὶς ὕ­στε­ρες μέ­ρες τοῦ Μα­ΐ­ου. Οἱ τουρ­κι­κὲς δυ­νά­μεις χτυ­ποῦ­σαν τὰ Σφα­κιὰ ἀ­πὸ δύ­ο μέ­ρη. Ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­το­λι­κὴ δι­ά­βα­ση, πε­ρι­ο­χὴ Τσι­λί­βδι­κα - Καλ­λι­κρά­της. Καί, κα­τὰ μέ­τω­πον, ἀ­πὸ τὴν Κρά­πη πρὸς Ξυ­λό­δε­μα. Οἱ συγ­κρού­σεις συ­νε­χί­ζον­ταν νύ­χτα καὶ μέ­ρα καὶ τὸ αἷ­μα πλημ­μύ­ρι­ζε τὰ αἰχ­μη­ρὰ βου­νὰ καὶ τὸ ἱ­στο­ρι­κὸ λαγ­κά­δι τοῦ Κα­τρέ. Οἱ πρῶ­τοι νε­κροὶ ὅ­μως δὲν ἦ­ταν οὔ­τε Τοῦρ­κοι, οὔ­τε ἐ­πα­να­στά­τες. Ἦ­ταν Χρι­στια­νοὶ ἄ­μα­χοι ποὺ οἱ Τοῦρ­κοι χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν γιὰ με­τα­φο­ρεῖς, -σα­κου­λι­έ­ρη­δες- καὶ τοὺς ἔ­στη­ναν μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ δι­κά τους τμή­μα­τα γιὰ νὰ δε­χθοῦν πρῶ­τοι τὰ πυ­ρὰ τῶν ἐ­πα­να­στα­τῶν.

Οἱ Τοῦρ­κοι εἰ­σβάλ­λουν

Ἡ ὑ­πε­ρο­χὴ τῶν Τούρ­κων σὲ ἀ­ριθ­μὸ καὶ ἡ ἀ­που­σί­α βο­ή­θειας ἀ­νάγ­κα­σαν τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη νὰ ἀ­να­δι­πλω­θεῖ στὰ βου­νὰ καὶ τὰ πε­ρά­σμα­τα. Ὁ ἀρ­χη­γός, ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἀ­πα­τη­λὴ στά­ση τῶν Ρώ­σων, συγ­κέν­τρω­σε ὅ­λα τὰ τμή­μα­τα στὶς πύ­λες τῶν Σφα­κι­ῶν. Ὁ Τοῦρ­κος σε­ρα­σκέ­ρης ἀ­να­φέ­ρει γρα­πτῶς στὸν πα­σὰ τοῦ Με­γά­λου Κά­στρου τὴν 20ή τοῦ μη­νὸς Σα­φέρ, 1184, δη­λα­δὴ τὴν 6η Ἰ­ου­νί­ου 1770 ὅ­τι «ὁ στρα­τὸς ἔ­φθα­σε εἰς τὴν ἐ­παρ­χί­αν Σφα­κί­ων» καὶ ἐ­πε­τέ­θη «κα­τὰ τῶν λη­στῶν» μὲ τη­λε­βό­λα, του­φέ­κια καὶ λοι­πὰ πο­λε­μι­κὰ ὄρ­γα­να (;) κα­τα­σφά­ζων καὶ ἐ­ξο­λο­θρεύ­ων αὐ­τούς».

Ὁ ἀ­γώ­νας ἦ­ταν σκλη­ρὸς καὶ ἄ­νι­σος. Ἀλ­λὰ ὁ τό­πος εὐ­νο­οῦ­σε τοὺς ἐ­πα­να­στά­τες. Οἱ Τοῦρ­κοι ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρά­σουν ἀ­πὸ φα­ράγ­για καὶ ἄ­νυ­δρα βου­νά. Οἱ Σφα­κια­νοὶ τοὺς πε­ρί­με­ναν παν­τοῦ, τοὺς αἰφ­νι­δί­α­ζαν, κυ­λοῦ­σαν ἀ­κό­μη καὶ βρά­χους ἀ­πὸ τὶς πλα­γι­ὲς καὶ τοὺς ἀ­πο­δε­κά­τι­ζαν. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες ποὺ προ­χω­ροῦ­σαν συν­τε­ταγ­μέ­νοι μα­ζὶ μὲ τὰ ὑ­πο­ζύ­για δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ ἀ­μυν­θοῦν σ’ αὐ­τὴ τὴν πρω­το­φα­νὴ μορ­φὴ πο­λέ­μου. Οἱ μέ­ρες περ­νοῦ­σαν. Δί­ψα καὶ ζέ­στη βα­σά­νι­ζε τοὺς εἰ­σβο­λεῖς. Οἱ Σφα­κια­νοὶ ἔ­δι­δαν καὶ μά­χες «ἐκ πα­ρα­τά­ξε­ως» στὴν εἴ­σο­δο κά­θε χω­ριοῦ. Οἱ Τοῦρ­κοι περ­νοῦ­σαν ἀ­φή­νον­τας ἑ­κα­τον­τά­δες νε­κροὺς στὰ λαγ­κο­πε­ρά­μα­τα καὶ στὰ πο­ρο­φά­ραγ­γα.

Ἱ­στο­ρι­κοὶ μι­λοῦν γιὰ χι­λιά­δες νε­κρούς. Οἱ Σφα­κια­νοὶ φόρ­τω­σαν τὰ μι­σὰ γυ­ναι­κό­παι­δα στὰ κα­ρά­βια καὶ τὰ ἄλ­λα τὰ κα­τέ­βα­σαν στὰ φα­ράγ­για. Καὶ ἀ­φοῦ ὑ­πε­ρά­σπι­σαν μὲ ἡ­ρω­ι­σμὸ καὶ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο οἰ­κι­σμό, ἄρ­χι­σαν τὸν φο­νι­κὸ κλε­φτο­πό­λε­μο. Ὅ­μως σὲ μί­α ἐ­πι­δρο­μὴ στὸ Λου­τρὸ οἱ Τοῦρ­κοι αἰχ­μα­λώ­τι­σαν τὴν πρώ­τη κό­ρη τοῦ Δα­σκα­λο­γιά­ννη, τὴ Μα­ρί­α, ἀ­πὸ κα­κὴ συ­νεν­νό­η­ση μὲ τοὺς ἀν­θρώ­πους τοῦ πα­τέ­ρα της. Καὶ ὁ Δά­σκα­λος πι­κρά­θη­κε. Οἱ Τοῦρ­κοι μα­ζεύ­τη­καν χα­μη­λὰ καὶ στρα­το­πέ­δευ­σαν στὸ Φραγ­κο­κά­στελ­λο ὅ­που ὑ­πάρ­χει νε­ρὸ για­τί οἱ Σφα­κια­νοὶ δη­λη­τη­ρί­α­σαν ὅ­λα τὰ πη­γά­δια τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Καὶ ἀ­πὸ κεῖ μὲ ἐ­πι­δρο­μὲς καὶ ἐ­νέ­δρες προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ συλ­λά­βουν τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη. Ἡ ἐν­το­λὴ τοῦ πα­σᾶ ἦ­ταν ρη­τή: Νὰ συλ­λη­φθεῖ ζων­τα­νὸς ὁ ἀρ­χη­γός. Ἀλ­λι­ῶς ὁ στρα­τός, πα­ρὰ τὶς ἀ­πώ­λει­ες καὶ τὶς δα­πά­νες, δὲν θὰ ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὰ Σφα­κιά.

Ἀλ­λὰ καὶ οἱ Σφα­κια­νοὶ βρί­σκον­ταν σὲ τρα­γι­κὴ θέ­ση. Ὅ­λα τὰ χω­ριὰ κα­μέ­να. Τὰ κο­πά­δια, τὰ σπί­τια, οἱ σο­δει­ὲς λε­η­λα­τη­μέ­νες. Καὶ ἔ­φτα­ναν οἱ ψυ­χρὲς μέ­ρες τοῦ Φθι­νο­πώ­ρου. Σὲ λί­γο θὰ κα­τέ­βαι­ναν χι­ό­νια στὰ βου­νά. Οἱ θά­λασ­σες θὰ ἀ­γρί­ευ­αν. Τὰ γυ­ναι­κό­παι­δα θὰ ἀ­φα­νί­ζον­ταν. Μέ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ τρο­με­ρὸ κλί­μα, ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δε­χθεῖ τὶς ἐ­πί­μο­νες προ­τά­σεις τῶν πα­σά­δων. Οἱ κή­ρυ­κες κραύ­γα­ζαν κά­θε μέ­ρα:

- Ἂν πα­ρα­δο­θεῖ ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης, ἐ­μεῖς θὰ φύ­γου­με ἀ­πὸ τὰ Σφα­κιὰ καὶ θὰ χο­ρη­γή­σου­με γε­νι­κὴ ἀ­μνη­στί­α. Ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης θὰ κρα­τη­θεῖ γιὰ ἕ­να δι­ά­στη­μα σὰν ἐγ­γύ­η­ση ὅ­τι δὲν θὰ συ­νε­χι­σθεῖ ἡ ἐ­πα­νά­στα­ση!

Ὁ Δά­σκα­λος πα­ρα­δί­δε­ται

Οἱ προ­τά­σεις τῶν Τούρ­κων ἴ­σως ἐ­πη­ρέ­α­σαν καὶ κά­ποι­ους ἀ­μά­χους ποὺ βα­σα­νί­ζον­ταν στὰ σπή­λαι­α μὲ μύ­ρι­ες στε­ρή­σεις. Τὴν ἴ­δια ὥ­ρα ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης μά­θαι­νε τὴ συν­τρι­βὴ τοῦ ση­κω­μοῦ στὸν Μο­ριά. Ἐλ­πί­δα δὲν ὑ­πῆρ­χε. Γνώ­ρι­ζε βέ­βαι­α ὅ­τι οἱ Τοῦρ­κοι θὰ τὸν σκό­τω­ναν. Ἀλ­λὰ σὰν ὑ­πεύ­θυ­νος ἡ­γέ­της σκε­πτό­ταν κα­τὰ τὸν ποι­η­τή:
«Ὁ πο­θα­μός μου στὰ Σφα­κιὰ πο­λὺ κα­λὸ θὰ φέ­ρει,
για­τί ὁ χει­μώ­νας ἔρ­χε­ται, πά­ει τὸ κα­λο­καί­ρι».

Τε­λι­κά, πα­ρὰ τὶς ἀν­τι­δρά­σεις τῶν πρω­το­κα­πε­τά­νι­ων του, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ πα­ρα­δο­θεῖ. Τὸν συ­νό­δευ­σαν μά­λι­στα τι­μη­τι­κὰ καὶ ἀρ­κε­τοὶ ἀ­πὸ τοὺς συν­τρό­φους του ὡς τὰ σύ­νο­ρα τῶν Σφα­κι­ῶν. Ἀλ­λὰ οἱ Τοῦρ­κοι τοὺς πα­γί­δευ­σαν ὅ­λους καὶ τοὺς ὁ­δή­γη­σαν στὸ Με­γά­λο Κά­στρο.

Οἱ Τοῦρ­κοι ὅ­σον και­ρὸ κρα­τοῦ­σαν τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη προ­σπά­θη­σαν χω­ρὶς ἐ­πι­τυ­χί­α νὰ πα­γι­δεύ­σουν καὶ τὸν τρί­το ἀ­δελ­φό του καὶ νὰ βά­λουν στὸ χέ­ρι τοὺς... θη­σαυ­ροὺς τοῦ ἀρ­χη­γοῦ. Οἱ σύν­τρο­φοι τοῦ Δα­σκά­λου ποὺ τὸν συ­νό­δευ­σαν στὴν ἀ­πα­τη­λὴ συμ­φω­νί­α βα­σα­νί­ζον­ταν στὸν λι­μα­νό­πυρ­γο τοῦ Κά­στρου, ἀλ­λὰ τε­λι­κὰ ὅ­σοι ἐ­πέ­ζη­σαν δρα­πέ­τευ­σαν.

Ἕ­να ἔγ­γρα­φο τοῦ πα­σᾶ, γραμ­μέ­νο στὶς 18 Μαρ­τί­ου τοῦ 1771 (3 Ζηλ­κα­δὲ 1184), μι­λεῖ γιὰ πέν­τε Σφα­κια­νοὺς ποὺ ἦρ­θαν σὰν ἀν­τι­πρό­σω­ποι «τῶν με­τὰ τὴν ἥτ­ταν δι­α­σω­θέν­των μι­κρῶν καὶ με­γά­λων τῆς ἐ­παρ­χί­ας Σφα­κί­ων» καὶ προ­στά­ζει τοὺς Τούρ­κους ἀ­ξι­ω­μα­τού­χους νὰ τοὺς ἀ­να­κοι­νώ­σουν τοὺς πα­ρα­κά­τω ὅ­ρους, στὸ Ἱ­ε­ρο­δι­κα­στι­κὸ Συμ­βού­λιο: Νὰ πλη­ρώ­σουν τοὺς φό­ρους. Νὰ πα­ρα­δώ­σουν τὰ ὅ­πλα τους. Νὰ πα­ρα­δο­θοῦν οἱ πρω­τερ­γά­τες τοῦ ση­κω­μοῦ. Νὰ μὴ συ­νερ­γά­ζον­ται μὲ τοὺς πει­ρα­τὲς καὶ τοὺς χα­ΐ­νη­δες (ἀν­τάρ­τες) καὶ νὰ συλ­λά­βουν ὅ­σους μπο­ροῦν ἀ­π’ αὐ­τούς, ἢ νὰ τοὺς δι­ώ­ξουν ἀ­πὸ τὰ βου­νά τους γιὰ νὰ μπο­ροῦν νὰ τοὺς ἐ­ξον­τώ­σουν οἱ Τοῦρ­κοι. Νὰ μὴν ἐ­πι­δι­ορ­θώ­νουν τὶς ἐκ­κλη­σί­ες τους χω­ρὶς ἄ­δεια καὶ νὰ μὴ χτί­ζουν και­νούρ­γι­ες. Νὰ μὴ φο­ροῦν τούρ­κι­κα ροῦ­χα, νὰ μὴ χτί­ζουν ψη­λὰ σπί­τια, νὰ ἀ­πέ­χουν ἀ­πὸ πο­λε­μι­κὲς ἐ­νέρ­γει­ες καὶ θρη­σκευ­τι­κὲς ἐ­πι­δεί­ξεις. Καὶ «πάν­τες οἱ προ­λα­βόν­τως αἰχ­μά­λω­τοι καὶ ἐ­ξαν­δρα­πο­δι­σθέν­τες, Μου­σουλ­μά­νοι καὶ μή, οἱ κα­τα­φυ­γόν­τες ἐν­τεῦ­θεν εἰς τὰ μέ­ρη ἐ­κεῖ­να, νὰ ἀ­πο­δο­θοῦν ἄ­νευ τα­λαι­πω­ρι­ῶν εἰς τοὺς κα­τό­χους των».

Αὐ­τὸς ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ὅ­ρος εἶ­ναι πα­ρά­ξε­νος καὶ κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει με­ρι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες τοῦ λα­οῦ γιὰ τὶς κοι­νω­νι­κὲς πε­ποι­θή­σεις τοῦ Δα­σκα­λο­γιά­ννη: Γιὰ ἐ­λευ­θέ­ρω­ση τῶν σκλά­βων ὅ­λων, γιὰ δι­και­ο­σύ­νη καὶ ἰ­σό­τη­τα. Εἶ­ναι τό­σο ἰ­σχνὲς οἱ ἱ­στο­ρί­ες αὐ­τές, ποὺ δὲν μπο­ροῦν νὰ ἀ­να­στη­θοῦν, μὲ ὅ­ση κα­λὴ δι­ά­θε­ση. Ὁ Δά­σκα­λος, ὡ­στό­σο, τα­ξί­δευ­ε στὴν Εὐ­ρώ­πη συ­χνὰ καὶ τὰ χρό­νια ἐ­κεῖ­να ὅ­λα τὰ ἀ­στι­κὰ κέν­τρα της φλέ­γον­ταν ἀ­πὸ τὶς «και­νούρ­γι­ες ἰ­δέ­ες». Δὲν εἶ­ναι ἀ­πί­θα­νο, λοι­πόν...
Ἡ δι­α­τα­γὴ τοῦ πα­σᾶ, μὲ τοὺς νέ­ους ὅ­ρους, δί­δει ὁ­δη­γί­ες στὸν μου­φτὴ νὰ ἀ­να­κοι­νώ­σει «πάν­τα ταῦ­τα εἰς τοὺς ὡς εἴ­ρη­ται ἰ­σχυ­ρο­γνώ­μο­νας καὶ νὰ ἀ­πο­δε­χθῶ­σιν ὑ­πὸ τοὺς ὅ­ρους τού­τους τὴν ὑ­πο­τέ­λειαν... νὰ ὑ­πο­δεί­ξω­σι τοὺς ἐγ­γυ­η­τὰς των κλπ.». Τοὺς ἀ­πο­δέ­χθη­καν, δὲν τοὺς ἀ­πο­δέ­χθη­καν, δὲν ξέ­ρου­με. Μὰ καὶ δὲν ἔ­χει κα­μιὰ ση­μα­σί­α ἡ ὑ­πο­γρα­φὴ τῶν πέν­τε αὐ­τῶν, ἀ­φοῦ τέσ­σε­ρα χρό­νια ἀ­πὸ τὴν πα­ρά­δο­ση τοῦ Δα­σκα­λο­γιά­ννη, τὰ Σφα­κιᾶ εἶ­ναι «ἐ­πὶ πο­δὸς πο­λέ­μου» ἀ­κό­μη καὶ δὲν ξέ­ρου­με ἂν στα­μά­τη­σε πο­τὲ ἀ­πὸ τό­τε ἡ ἀν­ταρ­σί­α.

Τὸν ἔ­γδα­ραν ζων­τα­νὸ

Στὶς 17 Ἰ­ου­νί­ου 1771 τὸ πρω­ί, ὁ πα­σὰς φώ­να­ξε ἕ­να βάρ­βα­ρο γε­νί­τσα­ρο, εἰ­δι­κὸ στοὺς βα­σα­νι­σμούς, καὶ τοῦ πα­ρά­δω­σε τὸν Δά­σκα­λο.
- Θέ­λω τὸ θά­να­το σκλη­ρὸ καὶ στὴ με­γά­λη πλα­τεί­α.
Ὁ «εἰ­δι­κὸς» κά­λε­σε σὲ σύ­σκε­ψη τὴν πα­ρέ­α του καὶ βρῆ­καν τὸν τρό­πο ποὺ θὰ σκό­τω­ναν τὸν Δά­σκα­λο. Τὸν ἔ­συ­ραν στοὺς δρό­μους. Μα­ζεύ­τη­καν τὰ μπου­λού­κια ἀ­π’ ὅ­λες τὶς γει­το­νι­ές. Ἄ­κου­σαν οἱ Χρι­στια­νοὶ τὴ βο­ὴ νὰ ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὶς τέσ­σε­ρις ἄ­κρες τῆς πο­λι­τεί­ας καὶ μαν­τά­λω­σαν τὰ σπί­τια τους. Οἱ φο­νιά­δες ξε­κί­νη­σαν γιὰ τὴν πλα­τεί­α τῆς ἀ­να­το­λι­κῆς πύ­λης τοῦ Με­γά­λου Κά­στρου. Ἂκ Με­ϊ­τᾶν τὴν ἔ­λε­γαν οἱ Τοῦρ­κοι. Μπρο­στὰ ἔ­σερ­ναν τὸν μελ­λο­θά­να­το καὶ πί­σω ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν ἄ­γριοι καὶ πο­λε­μι­κοί, οἱ ἡ­ρω­ι­κοὶ γ­ενί­τσα­ροι, ἕ­τοι­μοι νὰ δεί­ξουν τὴν ἀν­δρεί­α τους πά­νω στὸν δε­μέ­νο Δα­σκα­λο­γιά­ννη. Ἦρ­θαν μα­ραγ­κοί, ἔμ­πη­ξαν τέσ­σε­ρις πασ­σά­λους στὸ χῶ­μα, κάρ­φω­σαν σα­νί­δες κι ἔ­κα­ναν ἕ­να κά­θι­σμα ψη­λό.
- Γιά­ε ποὺ θὰ σὲ κά­τσω, Δά­σκα­λε. Στὸ θρό­νο, σὰν τὸ μη­τρο­πο­λί­τη, ἔ­λε­γε ὁ δή­μιος.
Ὁ Δά­σκα­λος ἄ­κου­ε καὶ δὲ μι­λοῦ­σε. Εἶ­χε τὸ κε­φά­λι ἴ­σιο ὅ­σο γι­νό­ταν. Κεί­νη τὴν ὥ­ρα, στὴν πλα­τεί­α τοῦ Με­γά­λου Κά­στρου, ἔνι­ω­θε πὼς κρι­νό­ταν ἡ Κρή­τη στὸ πρό­σω­πό του κι ἔ­κα­νε κου­ρά­γιο κι ἕ­σφιγ­γε τὰ δόν­τια του νὰ μὴν τὴν προ­σβά­λει. Μὲ τὸν φρι­χτὸ θά­να­το ποὺ τοῦ ἑ­τοί­μα­ζαν οἱ Τοῦρ­κοι, λο­γά­ρι­α­ζαν πὼς θὰ γε­λοι­ο­ποι­οῦ­σαν τὸν πρῶ­το ἐ­πα­να­στά­τη τῆς Κρή­της. Αὐ­τὸ τὸ κα­τα­λά­βαι­νε ὁ Δά­σκα­λος. Καὶ μά­ζευ­ε τὴ δύ­να­μή του νὰ δώ­σει τὴν ὕ­στε­ρη μά­χη.

Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε ὁ «θρό­νος» τὸν σή­κω­σαν καὶ τὸν κά­θι­σαν ἐ­πά­νω. Τοῦ ’­δε­σαν χέ­ρια καὶ πό­δια. Τοῦ ’­δε­σαν καὶ τὸ κορ­μὶ γε­ρὰ νὰ μὴ μπο­ρεῖ νὰ κι­νη­θεῖ! Καὶ σάλ­πι­σαν.
Τό­τε ἦρ­θε ἕ­νας γ­ε­νί­τσα­ρος μὲ ξυ­ρά­φι στὸ χέ­ρι. Ἀ­νέ­βη­κε στὸν «θρό­νο», ἅρ­πα­ξε τὸν μάρ­τυ­ρα ἀ­π’ τὰ μαλ­λιὰ καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὸν γδέρ­νει σι­γὰ-σι­γά, μα­στο­ρι­κά, σὰν νὰ τὸν ξύ­ρι­ζε. Ἔ­κο­βε λου­ρί­δες ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι μέ­χρι τὸ στῆ­θος κι ὕ­στε­ρα ἄλ­λες πρὸς τὴν ὠ­μο­πλά­τη. Φρι­κί­α­σε ὁ ὄ­χλος νὰ δεῖ τέ­τοι­ο θέ­α­μα. Πή­δη­ξαν τὰ αἵ­μα­τα καὶ γέ­μι­σαν τὰ χέ­ρια τῶν δη­μί­ων. Ὁ «εἰ­δι­κὸς» ἔ­παιρ­νε τὶς λου­ρί­δες καὶ τὶς πε­τοῦ­σε πά­νω στὸ πλῆ­θος:
- Τζάμ­πα πε­τσὶ γιὰ τὰ στι­βά­νια σας!

Ἐ­κεῖ­νο, ὅ­μως, ποὺ πε­ρί­με­ναν οἱ Τοῦρ­κοι ἀ­ξι­ω­μα­τοῦ­χοι, δὲν ἔ­γι­νε. Μά­ται­α λο­γα­ρί­α­ζαν πὼς ὁ Δά­σκα­λος θὰ οὔρ­λι­α­ζε, θὰ ’­κλαι­γε, θὰ γύ­ρευ­ε ἔ­λε­ος. Ἐ­κεῖ­νος πά­λευ­ε σὰν ἄν­τρας πε­ρή­φα­νος μὲ τοὺς φο­βε­ροὺς πό­νους. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸ ξυ­ρά­φι ἔ­κο­βε τὸ κορ­μί του, ἀ­κου­γό­ταν ἕ­να πνι­χτὸ μουγ­κρη­τό. Τί­πο­τε ἄλ­λο.

Ἡ ἐκ­δί­κη­ση

Ὁ ὄ­χλος ἐ­κνευ­ρί­στη­κε ἀ­πὸ τὴν ἀν­το­χή του. Ἔνι­ω­θαν πὼς τοῦ­τος ὁ γκι­α­ού­ρης πε­ρι­φρο­νοῦ­σε τὸν θά­να­το καὶ τοὺς δη­μί­ους του, κέρ­δι­ζε μί­α κρα­τε­ρὴ μά­χη μέ­σα στὴν καρ­διὰ τοῦ Με­γά­λου Κά­στρου καὶ ἀ­πο­θη­ρι­ώ­θη­καν. Ὕ­βρι­σαν τὸν Χρι­στὸ καὶ τοὺς Κρη­τι­κοὺς καὶ ἀ­πεί­λη­σαν γε­νι­κὴ σφα­γὴ γιὰ μί­α στιγ­μή.

Ἕ­νας Τοῦρ­κος, ὁ Χα­σᾶν Μα­ρά­ζης, δι­η­γή­θη­κε σὲ βα­θιὰ γε­ρά­μα­τα, τὴν ἐν­τύ­πω­ση ποὺ τοῦ ’­κα­νε ὁ ἡ­ρω­ι­κὸς θά­να­τος τοῦ Δα­σκά­λου. Ἦ­ταν τό­τε νέ­ος καὶ φα­να­τι­κός. Ἔ­βλε­πε τὸν κα­πε­τά­νιο νὰ πα­λεύ­ει συγ­κρα­τη­μέ­νος μὲ τὰ βα­σα­νι­στή­ρια καὶ τρό­μα­ξε: «Αὐ­τὸς δὲν ἦ­ταν ἄν­θρω­πος, μὰ τὴν πί­στη μου».
Τὸ βρά­δυ, λέ­ει, ὅ­ταν γύ­ρι­ζε στὸ σπί­τι του, νό­μι­ζε πὼς τὸν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε παν­τοῦ ἡ σκιὰ τοῦ ἥ­ρω­α, ἐκ­δι­κη­τι­κή. Καὶ ὄ­χι μό­νο αὐ­τός. Ὅ­λοι οἱ Τοῦρ­κοι, ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τὸ κα­κούρ­γη­μα καὶ γύ­ρι­ζαν στὰ σπί­τια τους, ἔ­νι­ω­θαν σὰν ἡτ­τη­μέ­νοι. Μό­λις προ­χώ­ρη­σε τὸ ξυ­ρά­φι στὸ κορ­μὶ τοῦ Δα­σκά­λου, ἡ βα­σα­νι­σμέ­νη ψυ­χὴ του βγῆ­κε καὶ πο­ρεύ­τη­κε πρὸς τὸν Θε­ὸ της ἤ­ρε­μη καὶ πε­ρή­φα­νη. Οἱ δή­μιοι, ὅ­μως, συ­νέ­χι­σαν καὶ με­τὰ τὸν θά­να­τό του νὰ κό­βουν τὸ δέρ­μα τοῦ νε­κροῦ καὶ νὰ τὸ πε­τοῦν στὸν ὄ­χλο.

Γιὰ νὰ πι­στέ­ψουν πὼς πέ­θα­νε τὸν ἄ­φη­σαν πά­νω στὰ ξύ­λα, δύ­ο μέ­ρες, νὰ τὸν σα­πί­σει ὁ κα­λο­και­ρι­νὸς ἥ­λιος. Ὕ­στε­ρα ἔ­βα­λαν δύ­ο ρα­γιά­δες καὶ τὸν ἔ­θα­ψαν σ’ ἕ­να λάκ­κο, μί­α δε­κα­ριὰ βή­μα­τα νο­τι­ο­α­να­το­λι­κὰ ἀ­πὸ τὴ γω­νί­α τῆς Ἂκ-Τάμ­πιας. Ἐ­κεῖ σκέ­πα­σε τὸ λεί­ψα­νό του τὸ χῶ­μα τοῦ Κά­στρου κι ἡ λη­σμο­νιά.

Ἡ εἴ­δη­ση τοῦ μαρ­τυ­ρι­κοῦ θα­νά­του τοῦ Δα­σκα­λο­γιά­ννη συγ­κλό­νι­σε τὰ Σφα­κιὰ. Οἱ κα­πε­τά­νιοι, ποὺ ἔ­μει­ναν μὲ τὸ του­φέ­κι στὰ χέ­ρια πά­νω στὰ ἐ­ρεί­πια, ὁρ­κί­στη­καν ἐκ­δί­κη­ση.

Συ­νέ­χι­σαν τὶς ἐ­πι­δρο­μὲς κα­τὰ τῶν ἀ­γά­δων καὶ τρί­α χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα ἐ­ξόν­τω­σαν καὶ τὸν πα­νί­σχυ­ρο Ἀ­λη­δά­κι καὶ τὶς ἑ­κα­τον­τά­δες τῶν ἀν­θρώ­πων του πυρ­πο­λών­τας τὸν πύρ­γο του καὶ κα­τα­στρέ­φον­τας τὰ ὑ­πο­στα­τι­κά του. Ἀ­πὸ τό­τε τὸ ἡ­ρω­ι­κὸ πνεῦ­μα δὲν ἔ­πε­σε στὰ Σφα­κιά. Με­ρι­κοὶ σύν­τρο­φοί του ἔ­φτα­σαν γέ­ρον­τες ἀλ­λὰ σο­φοὶ καὶ γεν­ναῖ­οι ὡς τὸ δε­κά­χρο­νο κρη­τι­κὸ ’21 καὶ πρό­σφε­ραν συμ­βου­λὲς καὶ αἷ­μα.

Ἡ θυ­σί­α τοῦ Δά­σκα­λου δὲν πῆ­γε χα­μέ­νη...

www.kairatos.com.gr/daskalogianis.htm
http://logioshermes.blogspot.com/2012/06/blog-post_6118.html
Η Κρήτη τιμά τον Ήρωα της


 DASKALOGIANNIS-1
"Μολών Λαβέ" εφώναξε ο Δάσκαλος ο Γιάννης
στ' αποσταλμένους του Ραγιά απ' τση Σούδας το λιμάνι.
"Ελευθεριά ή θάνατος" λεν και τα παλικάρια
και κάνανε επανάσταση σαν άγρια λιοντάρια.
Οι βρύσες γύρω τρίγυρα μαυρίζουν σαν τα δάση
Απο τρεις τόπους ξεκινούν εις τα Σφακιά να πάσι.
Αρχίζει ο πρώτος πόλεμος εις το Βελι τση Κράπης
πέφτουσι Τούρκοι αρίθμητοι κι ο μέγας Τζιρατζάπης.
Πέφτουν και δέκα Σφακιανοί περίσσια λαβωμένοι,
Μα από τσι Τούρκους πούναι εκειά κιανείς δεν απομένει….

ΔΑΣΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Σχεδόν διακόσια πενήντα χρόνια έχουν συμπληρωθεί από τότε που μαρτύρησε, στο Τουρκοκρατούμενο Μεγάλο Κάστρο, ο πρωτομάρτυρας της Κρητικής επανάστασης, που ύστερα από μια εκατονταετία σκλαβιάς τόλμησε να υψώσει το ανάστημα του στον πανίσχυρο δυνάστη. Στις 17 Ιουνίου 1771 ο δήμιος ακονίζει το λεπίδι και αρχίζει το απαίσιο έργο του…

Ας πάρομε τα πράγματα όμως από την αρχή.

Πότε γεννήθηκε ο Δασκαλογιάννης; Ξέρουμε ακριβή ημερομηνία θανάτου του δεν ξέρουμε όμως ακριβή ημερομηνία της γέννησής του. Άλλοι αναφέρουν ότι γεννήθηκε το 1722 κι άλλοι το 1730. Οι χρονολογίες αυτές συμπερασματικές και κατ΄ εκτίμηση από άλλα γεγονότα αφού καμιά ληξιαρχική πράξη δεν τις βεβαιώνει. Βέβαιο όμως είναι ότι γεννήθηκε στην Ανώπολη Σφακίων, ένα ορεινό χωριό σε ύψος 600μ., περί τα δύο χιλιόμετρα από τη θάλασσα, στη θέση της αρχαίας ομώνυμης πόλης, φέουδο των Σκορδιλών κατά τη Βυζαντινή περίοδο.

Υπήρξε ένας από τους πλέον εγγράμματους, μορφωμένους και πολυταξιδεμένους Σφακιανούς ο Ιωάννης Βλάχος, που πέρασε στην ιστορία ως Δασκαλογιάννης. Τότε αλλά και μέχρι πρόσφατα, προσφωνούσαν δάσκαλο όποιον ήξερε να διαβάζει έστω και μόνο τα γράμματα των εκκλησιαστικών βιβλίών. Το κοινότατο κρητικό επώνυμο Δασκαλάκης προέρχεται από το προσωνύμιο αυτό. Και ο Ιωάννης Βλάχος ήταν γνωστός στα Σφακιά με το όνομα "Δάσκαλος" και με το όνομα επίσης τούτο αναφέρεται και σε τουρκικό έγγραφο του 1750: “Bente Daskalo Vani Vazici Kasteli Mezbur= Ο δούλος Δασκαλογιάνης γραμματικός του Καστελίου».

Ο πατέρας του όμως ήταν ένας πλούσιος καραβοκύρης που τον μόρφωσε στο εξωτερικό, πιθανότατα στην Ιταλία όπου σπούδαζαν τότε κι άλλοι Κρητικοί, αφού μιλούσε την ιταλική γλώσσα.
Στην εμφάνιση ήταν άντρας μετρίου αναστήματος, ανδροπρεπής και εύχαρις σαν χαρακτήρας. Είχε φυσική ευφράδεια και έπειθε εύκολα αφού είχε το σπάνιο χάρισμα της ρητορικής ηγεσίας.

Η οικογένειά του αποτελούνταν από τέσσερα αδέρφια, το Νικόλαο ή Χατζή Σγουρομάλλη, τον Παύλο, το Μανούσο και τον Γεώργιο. Η γυναίκα του λεγόταν Σγουρομαλλίνη ή Ξανθομαλλίνη, με καταγωγή από το Ρέθυμνο και μαζί της είχε αποκτήσει τέσσερις κόρες και δύο γιους. Τη Μαρία, την Ανθούσα, την Ελευθερούσα, το όνομα της τέταρτης δεν αναφέρεται πουθενά, τον Ανδρέα και το Νικολάκη.

Στην κατοχή του ο Δασκαλογιάννης είχε τέσσερα τρικάταρτα καράβια κι ο ίδιος ταξίδευε με αυτά στα λιμάνια της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας.

Με τις συναλλαγές αυτές (στις οποίες δεν τον δυσκόλευε η γλώσσα καθόλου, μια και εκτός από ιταλικά μιλούσε και ρώσικα), που τον είχαν κάνει πλουσιότατο και πρώτο σε μόρφωση Σφακιανό, του δινόταν και η ευκαιρία να μελετά τον τρόπο ζωής των ελεύθερων ανθρώπων και να τον συγκρίνει με τα βασανιστήρια και την τυραννία επί των συμπατριωτών του. Ήταν τέτοια η κατάσταση των υπόδουλων Χριστιανών, που έβλεπε ότι αν συνεχιστεί θα εξαφανιστεί και το παραμικρό ίχνος Χριστιανισμού και Ελληνισμού στο νησί.

Κάτω από τέτοιες σκέψεις δεν άργησε να βρεθεί στις συσκέψεις των Ελλήνων του εξωτερικού που γινόταν στην Τριέστη υπό την υποκίνηση του Ορλόφ για επαναστατικό κίνημα στην σκλαβωμένη Ελλάδα. Αποδέχεται αμέσως την πρόταση για επανάσταση δίνοντας βάση στα μεγάλα λόγια και τις κούφιες υποσχέσεις περί ρωσικής βοήθειας και συμπαράστασης.

Ο Δασκαλογιάννης γυρνά στα Σφακιά γεμάτος όνειρα και ενθουσιασμό για την απελευθέρωση του τόπου του και με τόσα χαρούμενα συναισθήματα δεν δυσκολεύεται καθόλου, μια κι έχει φυσικό ηγετικό χάρισμα, να εμψυχώσει τους συμπατριώτες του. Τους κάνει να πιστέψουν ότι ήρθε η ώρα να ελευθερωθεί το γένος των Ελλήνων από τους Αγαρηνούς με τη βοήθεια του ξανθού γένους, των Ρώσων δηλαδή, όπως προέλεγε ο χρησμός της «Οπτασίας» του Αγαθαγγέλου, ενός περίεργου βιβλίου που κυκλοφορούσε ευρύτατα τον 18ο αιώνα. Το βιβλίο αυτό, όποιος κι αν ήταν ο σκοπός εκείνου που το έγραψε κι ανεξάρτητα της προφητικής του αξίας, είναι γεγονός πως είχε μεγάλη επίδραση στο φρόνημα των Ελλήνων, αναπτέρωσε και ενίσχυσε αναμφισβήτητα τις ελπίδες για την απελευθέρωση και ανάσταση της εθνικής κληρονομιάς.

Ο Αλέξιος Ορλόφ, που βρισκόταν τότε στη Πάρο με το ρώσικο στόλο, στέλνει ξανά επιστολή στον Δασκαλογιάννη και του υπόσχεται για άλλη μια φορά βοήθεια, αφού αρχίσει τον αγώνα. Με τη γραπτή διαβεβαίωση του αρμόδιου εκπροσώπου της Ρωσίας, δεν ήταν δυνατόν να μη πιστέψουν οτι μια ομόδοξη αυτοκρατορία, με τόσες δυνατότητες, μπορούσε να τους εγκαταλείψει στα νύχια του αιμοβόρου θηρίου για να τους κατασπαράξει. Και την ημέρα του Ευαγγελισμού, στις 25 του Μάρτη του 1770, συγκεντρώνονται στην Ανώπολη και με αφάνταστο ενθουσιασμό υψώνουν την σημαία της επανάστασης. Όμως τελευταία στιγμή ο Αλέξιος Ορλόφ με το ρώσικο στόλο, αντί να πλεύσει προς τα Χανιά, όπως είχε υποσχεθεί με την επιστολή προς τον Δασκαλογιάννη, έπλευσε προς τον Τσεσμέ όπου και συμμάχησε με τον τούρκικο στόλο και του δόθηκε ο τίτλος Τσεσμενεσκη, δηλαδή νικητής του Τσεσμέ. Ο Δασκαλογιάννης βλέπει τα σχέδια του να καταρρέουν μετά την εγκατάλειψη των Ρώσων, εν τούτοις δεν εγκαταλείπει τον αγώνα. Δεν υποκύπτει. Συνεχίζει έστω κι αν αρχίζει να χάνεται κάθε ίχνος ελπίδας. Παρά την τεράστια αριθμητική υπεροχή του εχθρού, δίνει φονικότατη μάχη στα στενά της Νίμπρου που κρατά δύο ολόκληρες μέρες. Ο σκοπός του δεν είναι φυσικά να εμποδίσει τη προέλαση του εχθρού αλλά να την καθυστερήσει, για να δοθεί καιρός στα γυναικόπαιδα να επιβιβασθούν στα καράβια, μια και δεν υπήρχε πια άλλη σωτηρία. Από τους 800 άνδρες του έχουν σκοτωθεί οι 300 όμως και οι Τούρκοι πλήρωσαν με τίμημα 1000 νεκρούς τη μάχη της Νίμπρου. Οι Τούρκοι πληροφορούνται ότι τα γυναικόπαιδα έχουν σκοπό να επιβιβασθούν στα καράβια για να δραπετεύσουν κι αμέσως 6000 στρατός καταφθάνει στην Ανώπολη για να τα εμποδίσει. Εφτακόσιοι Σφακιανοί που βρίσκονται στην περιοχή τρέχουν για να τα προστατεύσουν. Πάνω από το Λουτρό γίνεται άγρια μάχη στήθος με στήθος, με το μαχαίρι, γιατί με τα όπλα υπήρχε κίνδυνος να κτυπήσουν τα γυναικόπαιδα. Από τους 700 Σφακιανούς οι 300 σκοτώθηκαν και οι Τούρκοι μπαίνουν στο τέλος στην Ανώπολη. Άρχισε άγρια σφαγή. Άνδρες και γυναίκες πολεμούν απεγνωσμένα ώσπου σκοτώθηκαν όλοι και όλες. Μόνο εκατό γυναικόπαιδα που αιχμαλώτισαν οι Τούρκοι επέζησαν από τούτο το άγριο μακελειό. Οι Τούρκοι απο εκεί και μετά συνέχιζαν το εξοντωτικό τους έργο, κόβοντας δέντρα, ξεριζώνοντας αμπέλια. Όσους άνδρες συλλάμβαναν τους έσφαζαν επί τόπου, ενώ τις άσχημες γυναίκες, τα παιδιά και τους γέρους τους έριχναν σε γκρεμούς για να διασκεδάσουν.

"Το Δάσκαλο εγδάρασι κι άλλους πολλούς έπνιξαν
κι όλους τους αποδέλοιπους στη φυλακή τσι ρίξαν"

Στη διάρκεια τούτης της φονικής μάχης ο Δασκαλογιάννης είχε στείλει τη γυναίκα του μαζί με τις δύο μεγάλες του κόρες, τη Μαρία και την Ανθούσα, στο Λουτρό για να μπουν στο καράβι του. Όμως στο δρόμο τραυματίστηκε η Σγουρομαλλίνη και οι κόρες της νομίζοντας ότι σκοτώθηκε τρέχουν απελπισμένες, χωρίς να ξέρουν που πηγαίνουν, με αποτέλεσμα να πέσουν στα χέρια των Τούρκων που όταν έμαθαν ότι είναι κόρες του αρχηγού τις παρέδωσαν στο σερασκέρη.

Ο Δασκαλογιάννης εν τω μεταξύ κατεβαίνει στο Λουτρό, μαθαίνει το χαμό των παιδιών του, βλέπει τη γενική καταστροφή και στη απελπισία του πάνω αποφασίζει να παραδοθεί στον πασά. Οι άλλοι αρχηγοί όμως δεν τον αφήνουν να πραγματοποιήσει τη σκέψη του. Ο πασάς του έστειλε επιστολή παρακαλώντας τον να παραδοθεί και με την υπόσχεση οτι αν κάνει αυτό που του έλεγε όχι μόνο δεν θα βλάψει τα Σφακιά αλλά θα φύγει αμέσως απο εκεί. Ο Δασκαλογιάννης συγκαλεί γενική συνέλευση στα Κρούσια για να τους ανακοινώσει την πρόταση, όμως η συνέλευση αποφασίζει ομόφωνα ότι θα συνεχίσει τον αγώνα και απαντούν στο πασά οτι δεν θα παραδοθούν ποτέ. Και η τελευταία πράξη του αιματηρού δράματος παίζεται στο φαράγγι της Αράδαινας, ένα από τα πιο ωραία και επιβλητικά φαράγγια των Λευκών Ορέων με κατακόρυφες πλευρές εκατοντάδων μέτρων.

Παρά την φυσική κάλυψη του γνώριμου τόπου, η νίκη ήταν αδύνατη για τους Σφακιανούς. Γρήγορα οι Τούρκοι τους περικυκλώνουν και όσοι επέζησαν αναγκάστηκαν να διασκορπιστούν στα όρη, για να σωθεί ο καθένας όπως μπορούσε. Μερικοί τότε έφυγαν από τη Κρήτη και δεν ξαναγύρισαν ποτέ πια. Όσοι παρέμειναν κατέβαιναν σαν αετοί τη νύκτα, από τις κορυφές των βουνών στα τουρκοχώρια των γύρω επαρχιών, σκοτώνοντας όσους αγάδες συναντούσαν και άρπαζαν ότι έβρισκαν για να θρέψουν τα πεινασμένα παιδιά τους. Οι αγάδες δεν τολμούσαν να βγουν από τα σπίτια τους και παρά τη νίκη τους ήταν τρομοκρατημένοι. Κι ο πασάς δεν ήθελε να αφήσει τα Σφακιά, ρημαγμένα αλλά ακόμη ανυπότακτα, αφού κανένας δεν «εμούτισε», δεν εδήλωσε υποταγή.

Για να ενθαρρύνει το Δασκαλογιάννη να παραδοθεί, του στέλνει κι άλλο γράμμα, σε ήπιο τόνο όμως τούτη τη φορά:

"Σαν έρθεις να μιλήσωμε και σαν ανταμωθούμε,
ούλα θε να συμπαθηστούν και φίλοι θα γενούμε."

Κι εκείνος, κάτω από το βάρος της ευθύνης για τέτοια πρωτοφανή καταστροφή, έστω και αν η πρόθεσή του δεν ήταν καμιά άλλη πέρα από τη επιθυμία να ελευθερώσει τον τόπο του από το ζυγό των τυράννων, θεωρεί τον εαυτό του σαν κύριο υπεύθυνο και αποφασίζει να παραδοθεί, νομίζοντας ότι έτσι θα εξιλεωθεί. Ο πασάς τον δέχεται, του παρουσιάζει τη κόρη του Μαρία για να ευχαριστήσει και μετά άρχισε να τον ανακρίνει. Κάτω από τέτοιες συνθήκες τον αναγκάζει, σαν εκπρόσωπο και αρχηγό της επαρχίας του, να στείλει επιστολή που έλεγε τα εξής:

"Προς τους καπεταναίους των Σφακίων.

Με το γενικό αρχηγό σας τον οποίο θεωρώ φίλο και όχι αιχμάλωτο έδωσα τις ακόλουθες συμφωνίες που πρέπει να παραδεχτείτε όλοι, αλλιώς θα σας καταστρέψομε εντελώς.

Πρώτον: Ο αρχηγός Δασκαλογιάννης δεν θα επιστρέψει στα Σφακιά αλλά θα παραμείνει μαζί μας, για τρία χρόνια, με την περιποίηση φυσικά που απαιτεί η θέση του.

Δεύτερον : Πρέπει να δηλώσουν οι Σφακιανοί εγγράφως ότι αναγνωρίζουν την τούρκικη κυβέρνηση της Κρήτης.

Τρίτον : Οι Σφακιανοί θα εξακολουθούν να έχουν τα όπλα τους, θα διοικούνται σύμφωνα με τα έθιμά τους, και θα πληρώνουν κάθε χρόνο 5000 γρόσια."

Την επιστολή με τη συμφωνία του Δασκαλογιάννη και του πασά μεταφέρουν δυο χριστιανοί στου Ασκύφου όπου ήταν συγκεντρωμένα τα υπολείμματα των Σφακιανών.

Αφού δεν υπήρχαν περιθώρια επιλογής, γίνεται αποδεκτή από όλους και γράφουν στο πασά: "Δεχόμαστε τη συμφωνία του αρχηγού μας με τον εξοχότατο βεζίρη της Κρήτης, αναγνωρίζουμε την Τούρκικη κυβέρνηση, υποσχόμεθα να πληρώνουμε 5000 γρόσια και εμπιστευόμαστε τη ζωή του αρχηγού μας στην τιμιότητα του εξοχότατου βεζίρη."

Την απάντηση αυτή την έστειλαν την ίδια μέρα στον πασά με 500 πρόβατα δώρο εβδομήντα πέντε οπλαρχηγοί, ο πρωτόπαπας κι άλλοι έξη παπάδες. Βασιζόμενοι στις "συμφωνίες" του Χασάν πασά, νόμισαν πως μπορούσαν ακίνδυνα να παρουσιαστούν σ' αυτόν αφού είχαν δηλώσει την υποταγή τους. Τούτο ακριβώς περίμενε και εκείνος. Αφού διέταξε και τους συνέλαβαν αμέσως, τους παίρνει μαζί του στο Ηράκλειο για να κοσμήσουν το θρίαμβο του. Μετά τους φέρνει στις φυλακές του Κούλε όπου μερικούς κρέμασε αμέσως και μερικοί πέθαναν από τα βασανιστήρια. Όσοι έζησαν δεν κατόρθωσαν να δραπετεύσουν παρά μετά απο χρόνια. Το Δασκαλογιάννη και την κόρη του τους κράτησε στο σεράγιο του ο πασάς γιατί ήθελε να τους χρησιμοποιήσει σαν δόλωμα μήπως και καταφέρει να συλλάβει και τους άλλους τρεις αδελφούς του που είχαν προλάβει να καταφύγουν στα Κύθηρα. Όμως λίγο καιρό μετά αφού είδε ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να καταφέρει τούτη τη σύλληψη, αποφάσισε να προχωρήσει στην εκτέλεση του αρχικού σχεδίου του. Δηλαδή, να παραδώσει το Δασκαλογιάννη στο μαινόμενο πλήθος για να τον εκτελέσουν. Έτσι, 17 Ιουνίου, ημέρα Παρασκευή, αργία των Μουσουλμάνων, για να μπορούν να παραβρεθούν στο μαρτύριο του ήρωα, ο Δασκαλογιάννης παραδόθηκε στους δήμιους του.

Οι Τούρκοι του Μεγάλου Κάστρου που με ιδιαίτερη ευχαρίστηση παρακολουθούσαν πάντα τις εκτελέσεις των Χριστιανών, είχαν συγκεντρωθεί στον τόπο του μαρτυρίου του.

Όμως, που ακριβώς ήταν ο τόπος αυτός; Οι γνώμες των ιστορικών διχάζονται. Ο Παπαδοπετράκης, ο πλησιέστερος προς τα γεγονότα και πρώτος και κυριότερος ιστορικός της επανάστασης του 1770, ο οποίος γράφει ότι παρέλαβε από τον Ιωαν. Πωλιουδάκη ανέκδοτα έγγραφα σχετικά με την επανάσταση, αναφέρει ότι η εκτέλεση έγινε "εις την πλατείαν, την ούσαν προς την ανατολικής πύλην του Ηρακλείου τουρκιστήν ονομαζόμενην Ατ-Μεινταν."

Η ανατολική πύλη ήταν η πύλη του Αγίου Γεωργίου ή Λαζαρέτο, στη νότια πλευρά της σημερινής πλατείας Ελευθερίας απέναντι στον κινηματογράφο Ηλέκτρα.

Ο Μουρέλλος αναφέρει ότι η εξέδρα στήθηκε κάτω από ένα πλάτανο της πλατείας, ο Ψιλάκης αντιγράφει τον Παπαδοπετράκη και ο Κριαρής δεν αναφέρει καθόλου τον τόπο του μαρτυρίου, Πιθανόν πάντως να υπάρχουν πάνω σε αυτό περισσότερες πληροφορίες στους κώδικες του Τούρκικου Αρχείου Ηρακλείου που η έρευνα τους θα φωτίσει όχι μόνο αυτό το περιστατικό, αλλά και πολλές άλλες σελίδες στην αιματόβρεκτη ιστορία του νησιού κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Το χρονικό πάντως της εκτέλεσης, κατά τον Παπαδοπετράκη έχει ως εξής:

“Ο τραγικός πρωτομάρτυρας της Κρητικής ελευθερίας δέθηκε καλά πάνω στο «θρονί» Και ο δήμιος άρχισε το απαίσιο έργο του, γδέρνοντας τον ζωντανό με κοπτερό μαχαίρι, κάτω από τους καγχασμούς του βάρβαρου πλήθους και του ίδιου του πασά. Μπροστά του έβαλαν ένα καθρέπτη για να μεγαλώσουν την οδύνη του. Έπειτα έφεραν δεμένο τον αδερφό του Χατζή Σγουρομάλλη και όταν είδε ο ένας τον άλλο,"εμουγκαλίσθησαν ως βόες δις και τρις" κατά την έκφραση του ιστορικού. Από τη στιγμή αυτή ο Σγουρομάλλης τρελάθηκε.

Ο Δασκαλογιάννης υπέστη το φρικτό μαρτύριο με μεγάλη καρτερία, δίχως να εκστομίσει ούτε ύβρεις, ούτε ένα «ωχ»! έως ότου υπέκυψε. Ύστερα από δυο μέρες που έμεινε δεμένος επέτρεψαν σε μερικούς Χριστιανούς να τον θάψουν. Τον έθαψαν σε ένα λάκκο νοτιοανατολικά της Ακ Ταμπιας. Δηλαδή στην περιοχή που βρισκόταν μέχρι πριν λίγο καιρό το μαιευτήριο "Μητέρα". Ο Παπαδοπετράκης αναφέρει οτι ο υπερογδοηκοντούτης Τούρκος Χασάν Μαράζης που παραβρέθηκε στην εκδορά, διηγήθηκε τη σκηνή στον Ιωαν. Πωλιουδάκη το 1838 και του έδειξε τον τόπο που τον έθαψαν.

Είναι πολύ λυπηρό που δεν υπάρχουν περισσότερα στοιχεία για την επανάσταση αυτή του 1770. Δεκαέξι χρόνια όμως αργότερα το τραγικό τέλος της επανάστασης του Δασκαλογιάννη εξιστορεί στο ποίημα που συνέθεσε ο αγράμματος τυροκόμος από το Μουρί Σφακίων Μπάρμπα Μπατζελιός. Εάν δεν υπήρχε το τραγούδι τούτο και το σχετικό κεφάλαιο της ιστορίας του Παπαδοπετράκη που το συνέγραψε συγκεντρώνοντας εκατό χρόνια αργότερα διάσπαρτα στοιχεία από την παράδοση, πιθανόν η επανάσταση του Δασκαλογιάννη να είχε λησμονηθεί εντελώς.

Η επανάσταση του Δασκαλογιάννη υπήρξε το πρώτο σκίρτημα της Κρητικής ψυχής ενάντια στο φοβερό δυνάστη. Η πρώτη απόδειξη ότι το Κρητικό πνεύμα δεν σβήνει, ούτε σιωπά, όποιος κι αν στέκει αντίκρυ του, όποιος κι αν προσπαθεί να μηδενίσει τη λάμψη του. Τόσοι και τόσοι κατακτητές πέρασαν από τα χώματα τούτα, που πάνω τους δεν ρίζωσε ποτέ το δέντρο της τυραννίας.

Ούτε δυο χρόνια δεν είχαν περάσει από τότε που ερήμαξε, στην κυριολεξία, τα Σφακιά ο Χασάν Πασάς και οι Σφακιανοί, όσοι είχαν απομείνει από την καταστροφή, κατέβηκαν στο Μπροσνερο και κάτω από τη μύτη των τουρκικών αρχών των Χανίων και εξολόθρευσαν το τρομερό γενίτσαρο Αληδάκη.

Η επανάσταση του Δασκαλογιάννη γέμισε θάρρος τις καρδιές των καταφρονεμένων. Ηρωες, θα γεννιούνται πάντα στην Κρήτη, για να γράφουν με το αίμα τους την ιστορία και να πιστοποιούν για τη λευτεριά πως:
"Σ' όσους με ξερωτήξανε ποιας μάνας είμαι γέννα
είπα 'ντως πως μ' ανάστησε το κρητικό το αίμα"

της Ρίκης Ματαλιωτάκη - Από το τεύχος 62 των ΣΤΙΓΜΩΝ
 http://www.hellasontheweb.org/2009-05-25-15-24-30/2010-07-10-10-34-40/12400-2010-06-17-08-10-12