Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ Α ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΚΑΙ Ο ΑΡΕΙΟΣ

Αγαπητοί μου αδελφοί και φίλοι.
Χαίρεται. Και καλό Μήνα.
Τούτη η μέρα, τούτη η Κυριακή,  είναι αφιερωμένη στην  μνήμη των 318 θεοφόρων Πατέρων της Ά οικουμενικής Συνόδου. Δηλαδή, σε όσους πατέρες συμμετείχαν στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας το 325 μ. Χ. για να επιβεβαιώσουν βασικές διδασκαλίες της Εκκλησίας μας που έχουν σχέση με την  σωτηρία μας, που γίνεται μέσα και γύρο από το πρόσωπο του Χριστού. Οι βασικές αυτές αρχές τονίζονται μέσα από τα πρώτα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως μας, το γνωστό σε όλους «Πιστεύω», που συνεχίζουμε μέχρι σήμερα όλοι οι Χριστιανοί να επαναλαμβάνουμε με φόβο Θεού για να τονίζουμε την πίστη μας στον Θεό Πατέρα ως το Δημιουργό του κόσμου και στον Ιησού Χριστό ως τον Μονογενή του Υιό που ήλθε στον κόσμο για να μας σώσει από την αμαρτία και τον θάνατον και να μας οδηγήσει στον Παράδεισο.
Γενικότερα όταν μιλάμε για τους Πατέρες της Εκκλησίας,  στο μυαλό μας μέσα έχουμε τους κληρικούς εκείνους, που διακρίθηκαν με ευθύνη στη διαποίμανση των πιστών. Δηλαδή τους κληρικούς μας, που αναλαμβάνουν με επιτυχία την ποιμαντική ευθύνη της πνευματικής προκοπής των πιστών.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας με την ποιμαντική τους φροντίδα και με τον ασκητικό τους αγώνα αγίασαν και έγιναν φωτεινά παραδείγματα για όλους μας ( τονίζω την λέξη Αγίασαν, δεν ήταν Άγιοι, Αγίασαν με τον τρόπο ζωής τους). Με το έργο τους οι Πατέρες εξήγησαν το Λόγο του Θεού, ερμήνευσαν το Πρόσωπο και το έργο του Ιησού Χριστού υπογραμμίζοντας την αγία Γραφή ώστε να γνωρίζουν οι πιστοί την αλήθεια για να έχουν πνευματική προκοπή . Αντίκρουαν με τον προφορικό και τον γραπτό τους  λόγο,  τις ύποπτες και τις εσφαλμένες γνώμες και αντιλήψεις διαφόρων, άλλων πατέρων της Εκκλησίας, που στο τέλος από την εμμονή τους και τον εγωισμό τους, κατάντησαν να γίνουν αιρετικοί και σχισματικοί (το τονίζω αυτό δεν ήταν αιρετικοί και σχισματικοί, έγιναν λόγο της εμμονής τους, γιατί επέμειναν σε άρρωστα πράγματα) . Έτσι οι Πατέρες της Εκκλησίας είναι φορείς και εκφραστές της αλήθειας που είναι διατυπωμένη στην Αγία Γραφή και στην Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας. Εκφράζουν την αλήθεια της Παραδόσεως στη γλώσσα της εποχής και μέσω της ιδιομορφίας των ανθρώπων για να είναι κατανοητή.
Όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας ζούσαν και γνώριζαν το θύραθεν πνευματικό κλίμα της εποχής τους χρησιμοποιώντας το αριστοτεχνικά μέσα στην Θεολογία τους για να εκφράσουν τις αλήθειες της Εκκλησίας μας. Πρόκειται για τις σχέσεις Εκκλησίας και κόσμου. Και το είδος που εφάρμοσαν οι Πατέρες είναι η πρόσληψη του κόσμου από την Εκκλησία. Το αντίθετο αυτού του είδους είναι η εκκοσμίκευση, η πρόσληψη δηλαδή της Εκκλησίας από τον κόσμο, όταν δηλαδή η Εκκλησία γίνεται κοσμική με κίνδυνο να απολέσει τον πνευματικό και σωτηριολογικό χαρακτήρα της. Αντίθετα όταν έχουμε πρόσληψη του κόσμου από την Εκκλησία τότε ο κόσμος γίνεται Εκκλησία, με λίγα λόγια δεν εκοσμικεύεται η Εκκλησία, αλλά Εκκλησιάζεται ο Κόσμος και  τότε ο κόσμος αγιοποιείται και σώζεται. Οι Πατέρες της Εκκλησίας δημιούργησαν, τη Θεολογία, το φρόνημα και το ήθος της Εκκλησίας και του Χριστιανισμού.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας εκπροσωπούν και εκφράζουν τη νέα πνευματική πραγματικότητα, η οποία εμφανίσθηκε με την ενανθρώπιση του θείου Λόγου και συγκλόνισε και μεταστοιχείωσε πραγματικά σε μεγάλο βαθμό την όλη ανθρωπότητα. Οι Πατέρες της Εκκλησίας είναι οι μεγάλοι εμπνευστές και δημιουργοί του νέου πνευματικού μέτρου στον κόσμο.
Αυτό όμως που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας αποτελούν τους φορείς της Παραδόσεως και του ήθους της Εκκλησίας που εξ αφορμής κάποιας μεγάλης θεολογικής κρίσεως φωτίζονται από το Άγιο Πνεύμα και εκφράζουν θεολογικά μια ευρύτερη εμπειρία της αλήθειας, με αποτέλεσμα να συμβάλλουν αποφασιστικά στην αντιμετώπιση της κρίσεως, η οποία αφορά στην αλήθεια και άρα στη σωτηρία του ανθρώπου. Κοινό γνώρισμα όλων των Πατέρων της Εκκλησίας μας υπήρξε ο πόνος και ο παλμός τους για τα κοινά και για το κοινό καλό της κοινωνίας τους. Ο τρόπος ζωή τους κι η όλη ύπαρξη τους αποτελούσαν έκφραση και πραγμάτωση του όλου σώματος της Εκκλησίας, των πόνων και των ονείρων των ανθρώπων της εποχής τους για ένα καλύτερο κόσμο.
Έτσι οι Πατέρες της Εκκλησίας αποτελούν τα ζωντανά στόματα της Εκκλησίας μέσω των οποίων εκφράζεται η Εκκλησιαστική συνείδηση. Μέσω των Πατέρων της Εκκλησίας εκφράζεται η πίστη της Εκκλησίας μας κι εξακολουθεί να αντηχεί σε μας το Αποστολικό κήρυγμα, η θεία Αποκάλυψη που δόθηκε στην Ανθρωπότητα μέσω του Χριστού και των προσώπων εκείνων που εξέλεξε ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός για να κάνει την αλήθεια του Θεού, γνωστή και προσιτή στους ανθρώπους.
Σήμερα, όπως ήδη αναφέραμε, η Εκκλησία μας τιμά συγκεκριμένα τους 318 Θεοφόρους Πατέρες που συμμετείχαν στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας, όπου με το Σύμβολο της Πίστεως καταδικάστηκε η αιρετική διδασκαλία του Αρείου και των οπαδών του, που απέρριπταν τη φυσική Θεότητα του Υιού και Λόγου του Θεού, λέγοντας ασεβώς ότι υπήρχε εποχή που ο Χριστός δεν ήταν Θεός και κατά συνέπεια ότι ήταν κτίσμα, ένα δηλαδή από τα δημιουργήματα του Θεού. Οι οπαδοί του Αιρεσιάρχη Αρείου πέτυχαν μάλιστα να επηρεάσουν την πολιτική εξουσία και να κυριαρχήσουν στην Ανατολή με διάφορες μορφές. Σταδιακά όμως οι Αρειανόφρονες δεν συμφωνούσαν μεταξύ τους και έτσι διασπάσθηκαν σε διάφορες αιρετικές παρατάξεις.
Εδώ όμως θα κάνουμε μια σύντομη αναφορά, στο πρόσωπο εκείνο που λεγόταν Άρειος  Ο Άρειος γεννήθηκε στη Λιβύη, Η ακριβής ημερομηνία γέννησής του δεν είναι σήμερα γνωστή, αλλά υπολογίζεται ότι γεννήθηκε περίπου το 256. Οι πηγές για το βίο του μέχρι την ηλικία που έγινε γνωστός λόγο της Αίρεσης  είναι περιορησμένες. Ο ίδιος φαίνεται να είναι κάτοχος αξιόλογης μόρφωσης με ιδιαίτερη συμπάθεια προς την Αριστοτελική φιλοσοφία. Κατά τον Επιφάνιο ήταν «δόλιος όφις», κατά το Σοζωμενό «διαλεκτικώτατος», ενώ κατά το Σωκράτη «ουν άμοιρος της διαλεκτικής λέσχης». Το γεγονός ότι οι ενάντιοί του δεν αμφισβήτησαν το ήθος του φανερώνει ότι διήγε άμεμπτη ζωή. Πολλοί θεολόγοι υποστηρίζουν με ισχυρά επιχειρήματα, ότι υπήρξε μαθητής του Αγίου Λουκιανού Αντιοχείας και ζούσε βίο ασκητικότατο .

Μετά το θάνατο του Αχιλλά, κατά το Φιλόστοργιο[, στη διαδοχή του επισκοπικού θρόνου ο Άρειος ήταν συνυποψήφιος με τον Αλέξανδρο, αλλά παραιτήθηκε παρά τη βέβαιη εκλογή του και διορίστηκε μετ έπειτα από τον  Αλέξανδρο πρεσβύτερος στη σημαντικότερη ενορία της Αλεξανδρείας, συνυπολογίζοντας πως οι πρεσβύτεροι στην εκκλησία της Αλεξάνδρειας είχαν μεγάλη δύναμη και αυτονομία. Ο Άρειος είχε επωμισθεί, όπως κάθε πρεσβύτερος την ερμηνεία των Γραφών, ξεπερνώντας τα αυστηρά όρια της ενορίας της Βαυκάλεως, αποκτώντας μεγάλη ακτινοβολία στην τοπική εκκλησία.
Με λίγα λόγια ήταν ένας ευσεβής και ευλαβής Κληρικός, και αυτά που δίδαξε τα δίδαξε λόγο της υπερβολικής ευσέβειας και ευλάβειας που είχε, ήταν λάθος αλλά το πάθος του εγωισμού δεν τον άφηνε να το δει. 

Έτσι, ο Αρειανισμός προκάλεσε μια από τις σοβαρότερες κρίσεις στην ιστορία της Εκκλησίας γιατί με την άρνηση της φυσικής Θεότητας του Χριστού απέρριπτε την πραγματικότητα του λυτρωτικού χαρακτήρα του Χριστιανισμού.
Ο Άρειος με το να είναι απόλυτος  στην ενότητα και την μοναδικότητα του Θεού Πατέρα υποτιμά τα άλλα δύο Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Αυτό είναι άλλωστε και το χαρακτηριστικό γνώρισμα της κάθε αίρεσης. Η απολυτοποίηση ενός μέρους της αλήθειας σε βάρος της όλης αλήθειας της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας μας. Στην πραγματικότητα, σ’ αυτή την περίπτωση, για την αντίληψη του δόγματος, λειτουργεί ένα στοιχείο ανθρωπομορφικό, ανθρωποκεντρικό και ατομοκεντρικό, δηλαδή εγωιστικό. Είναι μια απολυτοποίηση της λογικής του ανθρώπου και έτσι το δόγμα κατανοείται όχι όπως το κατανοεί η συνείδηση της Εκκλησίας μας, αλλά όπως το αντιλαμβάνεται μια λογική περιορισμένη που έχει την εγωιστική απαίτηση να νομίζει ότι μπορεί να τα γνωρίζει όλα.
Ο ανθρώπινος λόγος διακονεί τη Θεολογία χωρίς όμως να γίνεται και αφετηρία της Θεολογίας. Ο ανθρώπινος λόγος διακονεί τη σωτηρία του ανθρώπου όταν προϋποθέτει την εκκλησιαστική συνείδηση επειδή ακριβώς η Εκκλησιαστική συνείδηση έχει την έννοια της καθολικής συνείδησης.
Το  χαρακτηριστικό γνώρισμα του Χριστιανισμού είναι η συντριβή του εγώ, του εγωισμού μας, της ανθρώπινης λογικής. Όταν η ανθρώπινη λογική ταπεινωθεί τότε καρποφορεί μέσα στη ζωή της Εκκλησίας ως διακονία αγάπης που διακονεί τη Θεολογία της Εκκλησίας οδηγώντας τους ανθρώπους στο έργον της εν Χριστώ σωτηρίας.
Η σημερινή Κυριακή που είναι αφιερωμένη στην ιερά μνήμη των Θεοφόρων Πατέρων της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, μας μεταφέρει λοιπόν στους μεγάλους αγώνες τους ενάντια στην αίρεση του Αρείου, που τάραζε, όπως τονίσαμε, την όλη ενότητα της Εκκλησίας. Ταυτόχρονα όμως οι αγώνες των Πατέρων της Εκκλησίας οδήγησαν στη νίκη της Ορθόδοξης αλήθειας και στη διατήρηση της ενότητας του λαού του Θεού.
Έτσι το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα, παρουσιάζοντας στους πιστούς ένα μέρος από την Προσευχή του Κυρίου  ημών Ιησού Χριστού στον κήπο της Γεθσημανής, μας αποκαλύπτει την αγωνία του Ιησού για τους αγίους Μαθητές του και Αποστόλους του και για όλους τους διαδόχους τους και γενικά τους μετέπειτα πιστούς Μαθητές του, τους αγίους μας.
Παρακαλεί ο Ιησούς τον Πατέρα του να προφυλάξει τους Μαθητές του από κάθε τι κακό και πονηρό. Προσέξτε το Αυτό. Προσεύχεται ο Ιησούς στον Πατέρα του να προφυλάξει τους Μαθητές και να τους προστατεύει στο δύσκολο δρόμο της σωστής διδασκαλίας του Ευαγγελίου. Παρακαλεί ο Ιησούς τον Πατέρα του να τους αγιάσει μέσα στην αλήθεια και σ΄ αυτήν να αφιερώσουν ολόκληρη τη ζωή τους.
Κυρίως όμως  και εδώ πρέπει να δοθεί προσοχή σε αυτά τα λόγια, ο Ιησούς προσεύχεται για την ενότητα όλων των ανθρώπων που θα πιστέψουν στο όνομά του. Η ενότητα αυτή θα ενισχύεται από την ενότητα που υπάρχει ανάμεσα στον Πατέρα και στον Υιόν. Καρπός της ενότητας αυτής είναι η ορθή πίστη των ανθρώπων στην Αγία Τριάδα.
Σε όλη της, την ιστορική πορεία η Εκκλησία αγωνίζεται και παλεύει ενάντια σε αιρέσεις και σχίσματα. Και στη δική μας ακόμη τοπική Εκκλησία, αυτοί που  δημιουργούν παρόμοια ίσως προβλήματα, είναι άνθρωποι ευλαβείς και ευσεβείς, με υπερβάλλοντα ζήλο, αλλά θέλουν εγωιστικά να περάσουν τις δικές τους θέσεις και απόψεις και ταλαιπωρούν την ενότητα της Εκκλησίας, δηλαδή κατά του Σώματος και Αίματος  του Χριστού.
Γι΄ αυτό η Εκκλησία μας στις ιερές ακολουθίες της συνεχίζει να προσεύχεται « για την ενότητα των αγίων του Θεού Εκκλησιών», να «ορθοτομήται ο λόγος της αληθείας του» και όλοι οι πιστοί να «ώσιν έν» όπως είναι ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο πνεύμα, ο Τρισυπόστατος Θεός μας.
Έτσι, η χριστιανική ενότητά μας απορρέει από την ύπαρξη της κοινής πίστεως και του κοινού βαπτίσματος σε όσους πιστεύουν ελεύθερα και με φόβο Θεού στο Σωτήρα ημών Ιησού Χριστό.
Βάση της ενότητας της Εκκλησίας είναι ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός που αποτελεί την Κεφαλή της Εκκλησίας. Κι εφ΄ όσον ο Χριστός είναι ένας, ενιαίον είναι και το σώμα του, δηλαδή η Εκκλησία. Η ενότητα της Εκκλησίας συνδέεται με το άγιο Πνεύμα, το οποίο και την εμψυχώνει. Επιπλέον η ενότητα της Εκκλησίας συνάπτεται με τον Θεό Πατέρα ο οποίος αποτελεί την πρώτη αρχή και αιτία της Εκκλησίας.
Η ενότητα της Εκκλησίας είναι συνδεδεμένη με την μία κοινή πίστη των μελών της, με το  Άγιο Βάπτισμα, στο οποίο βαπτίζονται όσοι γίνονται χριστιανοί και με το ένα μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, με το οποίο οι πιστοί ενσωματώνονται κάθε φορά πληρέστερα με την Εκκλησία.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας λέει ότι «όταν πάντες ομοίως πιστεύομεν, τότε ενότης εστί».
Άρα  κάθε απόκλιση του Χριστιανού από την ακρίβεια της πίστεως συνιστά πράξη διασπάσεως της ενότητας της Εκκλησίας.
Ας προσπαθήσουμε λοιπόν κατά τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής ημών να έχουμε ως Αλεξανδρινούς Φάρους να φωτίζουν το δρόμο μας όλες αυτές τις μεγάλες και ηρωϊκές μορφές των Αγίων Θεοφόρων Πατέρων της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου. Το παράδειγμά τους μας θυμίζει το μεγάλο χρέος που έχουμε ως χριστιανοί να συνεχίσουμε τον πνευματικό μας αγώνα για την Ορθόδοξη πίστη μας. Έτσι θα παραμείνει ζωντανή η παρουσία του Χριστού μέσα στον κόσμο, για να ελπίζουμε στην εν Χριστώ σωτηρία μας και την είσοδό μας στο Παράδεισο.
Γόρτυνα 01/06/2014
Πατήρ Δημήτριος