Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

Η ΥΠΟΜΟΝΗ ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΟ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ.

Αγαπητοί μου αδελφοί και φίλοι.
Χριστός Ανέστη.
Διαβάζοντας την Ευαγγελική περικοπή του παραλυτικού, μου ήρθαν στο μυαλό κάποιες σκέψεις που θα ήθελα να τις μοιραστώ μαζί σας. Πρώτα όμως θα ήθελα να θέσω ένα ερώτημα, για προβληματισμό και συζήτηση αν το θέλετε.
Ποιος από όλους εμάς, έχει το σθένος, έχει τη δύναμη έχει την αντοχή και το κουράγιο να περιμένει κάτι ας πούμε δέκα  και όχι τριάντα-οχτώ χρόνια, όπου περίμενε ο παραλυτικός της ευαγγελικής περικοπής. Κάνω μία διαπίστωση εδώ, όλοι μας πιεσμένοι κάθε μέρα για το βιοπορισμό, τρέχουμε με άγχος να τα προλάβουμε όλα. Καθημερινά νιώθουμε μια στενοχώρια και πολλές φορές λόγο αυτών των συνθηκών δεν μπορούμε ή αν θέλετε δεν βρίσκουμε ποια τον τρόπο να διαχειριστούμε το θυμό μας, φέρνω ένα παράδειγμα για να το δούμε καλύτερα, θέλουμε να καταθέσουμε τη φορολογική μας δήλωση, και ενώ πριν την οικονομική κρίση, υπήρχαν τρείς αρμόδιες υπηρεσίες για αυτό το σκοπό και η κάθε μια είχε, από τρις υπαλλήλους και είχε την δυνατότητα ο κόσμος να διαμοιραστεί  τώρα έγινε μία υπηρεσία με έναν υπάλληλο και όλος ο κόσμος συνωστίζεται εκεί, όταν πάμε δεν μπορούμε να δούμε και να κατανοήσουμε το γεγονός αυτό του συνωστισμού, με αποτέλεσμα όλα τα παραπάνω. Αυτό όμως έχει τη γενεσιουργό του αιτία στο ότι μας λυπεί η υπομονή και έχουμε φτάσει στο σημείο να μην μπορούμε να περιμένουμε λίγα λεπτά της ώρας. Αγαπητοί μου, έχουμε ξεχάσει τι πράγματα μπορούμε να πετύχουμε αν διδαχτούμε σωστά την υπομονή.  Εκείνος ο άνθρωπος που μας περιγράφει το Ευαγγέλιο, έστω και αν είχε βαριά Αρρώστια, είχε  την δύναμη αλλά και την ικανότητα να περιμένει. Περίμενε με υπομονή και με ταπείνωση και γιατί με ταπείνωση, γιατί η γνήσια υπομονή πηγάζει από την ταπείνωση, έτσι δεν έχασε την Ελπίδα του για τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια. Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες πέρασαν, και ήταν ανάμεσα σε τυφλούς, δαιμονισμένους, ετοιμοθάνατους και προσέξτε και σε ένα πολυσύχναστο σημείο μια πόλης. Σίγουρα θα υπήρξαν και στιγμές, που γόγγυσε, που θα είπε στον εαυτό του, δεν μπορώ, δεν έχω άλλη αντοχή πια, αλλά στο τέλος αυτού του γογγυσμού, λέγοντας αυτό το δεν μπορώ, αυτό το δεν αντέχω πια, πρόσθετε και το Κύριε Ελέησον με. Βρίσκεται εκεί στην προβατική κολυμβήθρα, στο πιο πολυσύχναστο σημείο μια πόλης,  με τόσους πολλούς ανθρώπους γύρω του, να πέρνα ο καιρός και να περιμένει λίγη ευσπλαχνία, από τους ανθρώπους και να μην τη βρίσκει, να μη δίνει κανείς, να μην ενδιαφέρεται κανείς, για το πρόβλημα του, που σιγά σιγά αρχίζει να μην στενοχωριέται, για την ασθένεια, αλλά για την μοναξιά και την μοναχικότητα του και τότε αρχίζει να καλεί το Θεό. Περνά ο καιρός, περνάνε τα χρόνια και όσο πιο πολλές φορές μνημονεύει το όνομά Του, τόσο πιο πολύ ησυχάζει, γίνεται νηφάλιος. Μην περάσει σε κανένα από τη σκέψη του, ότι από την αρχή είχε την γαλήνη της υπομονής, όχι και βέβαια ένοιωθε πίκρα όταν έβλεπε τους άλλους, που κατάφερναν να κατέβουν στην κολυμβήθρα και να φεύγουν θεραπευμένοι. Βλέπετε εδώ ότι θέλει και χρόνο αλλά και κόπο για να μάθει κανείς, την τέχνη της υπομονής. Ο παράλυτος είχε όμως μία μεγάλη βοήθεια όταν δυσκολευόταν, είχε το «Κύριε, ελέησον». Σίγουρα παρακαλούσε και τους άλλους ανθρώπους στην στοά,  τους ασθενείς, τους πτωχούς,  τους Συνοδούς, για να του προσφέρουν λίγη βοήθεια, αλλά ο καθένας  είχε την δική του δουλειά, το δικό του πρόβλημα. Έτσι έμεινε, μόνος του με αυτό το Κύριε, ελέησον.  Ρωτώ εγώ τώρα, έχει κανείς σήμερα την αντοχή, θα μπορούσε κανείς σήμερα να κάνει το ίδιο; Εμείς, οι «χριστιανοί» που εθελόντικα, δεχθήκαμε το κάλεσμα να ακολουθήσουμε τον Χριστό, μπορούμε να ακολουθήσουμε το παράδειγμα του παραλύτου; Αφού πολλές φορές ντρεπόμαστε να ζητήσουμε βοήθεια ακόμη και από τους άλλους ανθρώπους, από αδελφούς μας είτε στην οικογένειά μας, είτε στην εκκλησία, όταν χρειαζόμαστε – και πιο πολλές φορές ξεχνάμε να ζητάμε βοήθεια από τον Θεό τον Υψίστο. Τι καύχημα δεν μας αφήνει να ζητάμε συγχώρηση και να πούμε στους άλλους και στον Κύριο μας: Ήμαρτον, συγχώρησέ με, ελεησόν με;
Πριν τρεις εβδομάδες, την Λαμπρή νύχτα του Πάσχα ανάψαμε όλοι τις λαμπάδες μας και μεταλαμπαδεύσαμε το Φως της Αναστάσεως, της Ζωής και της Ελπίδας, πόση ώρα έμειναν αναμμένες αυτές οι λαμπάδες. Ο παράλυτος είχε την Λαμπάδα αυτή αναμμένη συνεχώς μέσα στην ψυχή του, μέχρι που ο ίδιος έγινε λαμπάδα, πυρακτωμένη και φωτισμένη από το Κύριε Ελέησον  και δεν υπήρχε περίπτωση να σβήσει ότι καιρός και να γινόταν, όσο αστραποβρόντη και αν υπήρχε. Ε αυτό το φως είδε ο Χριστός: «Θέλεις ὑγιής γενέσθαι;»
«Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω» είναι η απάντηση, για να δηλώσει, ότι εγώ εδώ δεν παλεύω μόνο με την αρρώστια, παλεύω και με την μοναξιά, παλεύω με την αδιαφορία των ανθρώπων. Μα ότι είναι αδύνατον να γίνει από τους ανθρώπους γίνεται και είναι δυνατόν να γίνει από το Θεό και δεν ήρθε άνθρωπος, ήρθε ο ίδιος ο Θεός, που γνώριζε το Φως που δεν έβλεπαν οι άνθρωποι που είχε στην καρδιά του. Ήρθε λοιπόν Ο ίδιος ο Θεός, έκανε συγκατάβαση ο ίδιος ο Θεός, και δεν θεράπευσε μόνο τον Παράλυτο, άλλα θεράπευσε και θεραπεύει όλους όσους ακούνε τον Λόγο και το θεραπευτικό και λυτρωτικό μήνυμα του Ευαγγελίου Του.

Γόρτυνα 10/05/2014
Πατήρ Δημήτριος.