Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΞΥΛΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ


ΤΟ «ΞΥΛΟΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ»: Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο θὰ παίρναµε ἀπὸ τὸ ξύλο τῆς ζωῆς, καὶ τὸ στερηθήκαµε μὲ τὴν ἁµαρτία, τὸ λάβαμε ἀπὸ τὸν σταυρὸ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ.


Τὸ «ξύλον τῆς ζωῆς»
(Γεν. β´ 9, γ´ 22-24)


Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Στεργίου Σάκκου, ὁμ. καθηγ. Παν/μίου:


«Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ»,
ἐκδ. “ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΛΠΙΣ”, 
Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 24-36


Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»


.         Ὁ πρῶτος µυστικὸς τύπος τοῦ σταυροῦ κρύβεται στὸν παράδεισο τῆς Ἐδέµ. Σ᾽ ἐκεῖνον τὸν πανέµορφο τόπο ζοῦσε ὁ ἄνθρωπος µὲ µακαριότητα καὶ παρρησία πρὸς τὸν Θεό. Δὲν γνώριζε τὴν ἁµαρτία, τὴν φθορὰ καὶ τὸν θάνατο. Ἐκεῖ, ἀνάµεσα στὰ ἄλλα θεσπέσια δένδρα ἔθαλλαν καὶ δύο «ξύλα», δύο δένδρα, τὰ ὁποῖα ἔµελλαν νὰ συνδεθοῦν µὲ τὴν πορεία καὶ τὴν ἐξέλιξη τῶν προπατόρων µας: Ἦταν


τὸ δένδρο τῆς ζωῆς καὶ


τὸ δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ πονηροῦ,


.         Τὸ «ξύλον τῆς ζωῆς» προοριζόταν νὰ χαρίσει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰώνια ζωή, ὑπὸ τὴν προϋπόθεση ὅτι αὐτὸς θὰ ἀγωνιζόταν νὰ φυλάξει τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ µὴ φάει ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ ξύλου τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ πονηροῦ. Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος ἀποδείχθηκε ἀνάξιος ἐκείνης τῆς θείας τιµῆς, ἔφαγε κι ἁµάρτησε. Ὁ Θεὸς τότε δὲν θέλησε νὰ φάει ὁ Ἀδὰµ κι ἀπὸ τὸ δένδρο τῆς ζωῆς, ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ ἔπαιρνε τὴν ἀθανασία, διότι θὰ καταντοῦσε ἀθάνατος κακός, θὰ γινόταν σὰν τὸν διάβολο, ἀµετανόητος, ἀδιόρθωτος, ἕνας ζωντανὸς νεκρός, γιὰ πάντα κατεστραµµένος. Γιὰ νὰ µὴ διαιωνίζεται, λοιπόν, ἡ ἀνθρώπινη κακία, γιὰ νὰ µὴ µείνει ἀθάνατη ἡ ἀρρώστια, ὁ Θεὸς ἐπινόησε τὸν θάνατο ὡς «κακίας καθάρσιον». Ὁ θάνατος «συµφερόντως ᾠκονοµήθη», ἀναφωνεῖ ὁ ἅγιος Χρυσόστοµος. Δὲν ἦταν ἁπλῶς ἡ πρέπουσα γιὰ τὸν ἄνθρωπο τιµωρία, ἀλλὰ κυρίως µία ἀνακάλυψη τῆς ἀγάπης του Θεοῦ, γιὰ νὰ µὴ µείνει τὸ κακὸ ἀθάνατο.
.           Τὸ φθαρτὸ σκεῦος µὲ τὸν θάνατο λειώνει στὸ χῶµα, ἀλλὰ τὸ ὑλικό του µετὰ τὴν ἀνάσταση ἀφθαρτοποιεῖται καὶ δίνει καινούργιο, ἀθάνατο σῶµα. Στὴν Α´ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολὴ ὁ ἀπόστολος Παῦλος κηρύττει «Οὕτω καὶ ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν. Σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀτιµίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ, σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάµει· σπείρεται σῶµα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶµα πνευµατικὸν» (ιε´ 42-44).
.           Μετὰ τὴν παράβαση τῶν πρωτοπλάστων, λοιπόν, ὁ Θεὸς εἶπε στοὺς ἀγγέλους του: «Ὁ Ἀδὰµ εἶναι ἕνα ὄν, ποὺ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν κατασκευή του µᾶς µοιάζει· εἶναι ὕπαρξη λογικὴ καὶ ἠθικὰ αὐτεξούσια καὶ µπορεῖ νὰ διακρίνει τὸ καλὸ καὶ τὸ πονηρό. Ὅπως ἤξερε τὸ πονηρὸ καὶ τὸ διέπραξε, ἔτσι ξέρει ὅτι τὸ δένδρο τῆς ζωῆς εἶναι καλό, ὅτι, ἂν φάει ἀπ᾽ αὐτό, θὰ γίνει ἀθάνατος. Νὰ φροντίσουµε, ὥστε νὰ µὴ µπορέσει νὰ φάει ἀπ᾽ αὐτὸ καὶ γίνει ὁλοκληρωτικὰ ἀθάνατος. Ἐγὼ τὸν βγάζω ἔξω ἀπὸ τὸν παράδεισο  κι ἐσεῖς νὰ φυλάγετε καλά τοὺς δρόµους ποὺ ὁδηγοῦν στὸ δένδρο τῆς ζωῆς» (βλ. Γεν γ´ 22-24). Ἔτσι ἐκδιώχθηκαν οἱ πρωτόπλαστοι µακριὰ ἀπὸ τὸ «ξύλον τῆς ζωῆς», τὸ ὁποῖο ἔκτοτε φύλαγαν τὰ χερουβεὶµ καὶ ἡ στρεφοµένη ροµφαία. Ἡ ἔξωσή τους δείχνει τὴν φροντίδα τοῦ Θεοῦ γι᾽ αὐτούς, ὄχι τὴν ἀγανάκτησή του, τονίζει ὁ ἅγιος Χρυσόστοµος. Ἀφοῦ φάνηκε ἀνάξιος τοῦ παραδείσου ὁ Ἀδὰµ τότε ποὺ ἦταν ἀναµάρτητος, δὲν ἄξιζε νὰ γευθεῖ τὸν καρπὸ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς στὴ συνέχεια, ὅταν ἦταν ἀµαρτωλός.
.           Τὸ «ξύλον τῆς ζωῆς», τοῦ ὁποίου τοὺς καρποὺς δὲν γεύθηκε ὁ ἄνθρωπος, εἶναι ὁ ἀρχαιότερος τύπος τοῦ τιµίου σταυροῦ. Βέβαια, ἂν δούµε στὸ ξύλο τῆς ζωῆς καὶ στὸ ξύλο τοῦ σταυροῦ µόνον ὅ,τι εἶναι αἰσθητό, δηλαδὴ ἕνα δένδρο καὶ ἕνα ξύλινο ἰκρίωµα, ἔστω καὶ ἱερὸ σύµβολο, ἡ σχέση τοῦ τύπου µὲ τὸ τυπούµενο φαίνεται µικρὴ καὶ σκιώδης. Χρειάζεται νὰ ἐντρυφήσουµε στὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας µας, ποὺ εἶναι ὁ αὐθεντικὸς ἑρµηνευτὴς τῶν Γραφῶν, μὲ τὸ κολλύριο τῆς ἱερῆς µελέτης θ᾽ ἀνοίξουν τὰ µάτια µας. Ἔτσι


θὰ ἑρµηνεύσουµε τὸν προορισµὸ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς
θὰ ἀτενίσουµε τὸ σταυρὸ ὡς σύµβολο τῆς θυσίας τοῦ νέου Ἀδάµ, τοῦ ἀναµαρτήτου Ἰησοῦ Χριστοῦ
θὰ κατανοήσουµε πὼς ὅ,τι ἦταν τὸ «ξύλον τῆς ζωῆς» πρὸ τῆς πτώσεως ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο κάλλος εἶναι καὶ ὁ σταυρὸς µετὰ τὴν ἀπολύτρωση.


.          Στὶς σελίδες τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀποκαλύπτεται ὅτι ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς φρόντισε νὰ δώσει πάλι στὸν ἄνθρωπο τὴν ζωὴ τῆς ἀφθαρσίας δωρεὰν πλέον, παρότι δὲν τὸ ἄξιζε. Ἔστειλε, µάλιστα, τὸν Υἱό του, γιὰ νὰ προσφέρει τὸ ξύλο τῆς ζωῆς στοὺς ἀνθρώπους.
.          Ἐνανθρώπησε ὁ Κύριος καὶ δίδαξε τὶς αἰώνιες ἀλήθειες. Ἂν ὅμως ἀρκεῖτο σ᾽ αὐτο, ποιό τὸ ὄφελος; Τί θὰ κέρδιζε ὁ ἄνθρωπος, ἂν µάθαινε τὶς αἰώνιες ἀλήθειες, ἀλλὰ δὲν εἶχε τὴν αἰώνια ζωή; Ὁ σωµατικὸς καὶ πνευµατικὸς θάνατος θὰ καθιστοῦσε ἀνωφελεῖς τὶς αἰώνιες ἀλήθειες. Τὸ εὐαγγέλιο ὅμως, ποὺ ἔφερε στὴν γῆ ὁ Σωτήρας µας, δὲν εἶναι µόνον ἡ ἀλήθεια εἶναι καὶ ἡ ζωή. «Ἐγώ εἰµι ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωὴ» (Ἰω. ιδ´ 6), εἶπε ὁ Κύριος,
.          Ὁ σταυρικὸς θάνατος καὶ ἡ ἀνάστασή του δὲν µᾶς ἐξιλέωσαν µόνον ἀπὸ τὴν ἁµαρτία καὶ τὴν προγονικὴ κατάρα µᾶς ἔκαναν µετόχους τῆς αἰωνίου ζωῆς. Τὸ αἷµα τοῦ Χριστοῦ µᾶς τρέφει καὶ μᾶς «ἐγκεντρίζει», μᾶς ἐνσωµατώνει στὸ παλαιὸ στέλεχός µας, τὸν νέο Ἀδάµ, τὸν υἱὸ τῆς ἀθανασίας.
Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο θὰ παίρναµε ἀπὸ τὸ ξύλο τῆς ζωῆς, καὶ τὸ στερηθήκαµε μὲ  τὴν ἁµαρτία, τὸ λάβαμε ἀπὸ τὸν σταυρὸ μὲ  τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ.

.        Πολλὰ σύµβολα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης προτύπωσαν τὸν σταυρό, ἀλλὰ κανένα ὅσο τὸ «ξύλον τῆς ζωῆς». Ἀρκεῖ ἕνα βλέµµα στὴν πατερικὴ θεολογία καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ὑµνολογία, γιὰ νὰ διαπιστώσουµε πόσο καθαρὰ καὶ πλατιὰ διαβλέπει καὶ ζῆ ἡ Ἐκκλησία τὴν µυστικὴ αὐτὴ σχέση. Ὁ σταυρὸς χαρακτηρίζεται πολλὲς φορὲς τίµιος καὶ ἱερός, ἀλλὰ µύριες φορὲς καὶ κατ᾽ ἐξοχὴν χαρακτηρίζεται


«ξύλον σωτηρίας»,
«ξύλον ζωῆς αἰωνίου»,
«ξύλον ἀφθαρσίας»,
«φυτὸν ἀναστάσεως»,
«ξύλον ζωηρόν»,
«ζωοποιὸν»
«ζωηφόρον»,
«ξύλον τρισµακάριστον»,
«ξύλον ζωῆς».
.        Καὶ µόνον οἱ χαρακτηρισµοὶ αὐτοὶ ἀποτελοῦν κραυγαλέα µαρτυρία ὅτι ὁ σταυρὸς εἶναι τὸ νέο ξύλο τῆς ζωῆς, ποὺ θάλλει µέσα στὸν νέο παράδεισο, τὴν Ἐκκλησία. Ἀντίθετα τὸ δένδρο, τοὺς καρποὺς τοῦ ὁποίου δοκίµασε ὁ Ἀδάµ, χαρακτηρίζεται «ξύλον τῆς βρώσεως», «ξύλον παρακοῆς», «ξύλον πικρίας».
.        Μὲ πολλὲς εἰκόνες οἱ ἅγιοι πατέρες καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς ἐξέφρασαν τὴν θεολογία τοῦ σταυροῦ ὡς ξύλου τῆς αἰωνίου ζωῆς.
.        Ὁ Κλήµης ὁ Ἀλεξανδρεὺς εἶδε τὸν σταυρὸ ὡς δένδρο, πάνω στὸ ὁποῖο κρέµεται ἡ ζωή µας, ὁ Χριστός. Ἐµεῖς γευόµαστε ἀπ᾽ αὐτὸ τοὺς καρποὺς τῆς θείας γνώσεως καὶ τῆς αἰωνίου ἀληθείας, κατὰ τὸν ἅγιο Ἀνδρέα Κρήτης, ἐφ᾽ ὅσον πιανόµαστε ἀπὸ τὰ κλωνάρια του καὶ στηριζόµαστε πάνω του «ὡς ἐπὶ Κύριον».
.        Ὁ ἱεροµάρτυς Μεθόδιος, ἐπίσκοπος Πατάρων, χρησιµοποιεῖ τὴν ὡραιοτάτη εἰκόνα τοῦ µουσικοῦ ὀργάνου: Πρὶν σταυρωθεῖ ὁ Κύριος, ὁ ἄνθρωπος µαζὶ μὲ  τὸ ἰκριωµα τοῦ σταυροῦ ἀποτελοῦσε ἕνα κακόηχο µουσικὸ ὄργανο. Ξύλινο ἠχεῖο τοῦ ὄργανου ἦταν ὁ φονικὸς σταυρὸς καὶ χορδὲς ὁ σταυρωµένος. Οἳ χορδὲς αὐτες, ἀντὶ νὰ παράγουν ἄρµονικη µελωδία, παρήγαγαν δυσαρµονία, τὸν πνευµατικὸ θάνατο. Μετὰ τὴν πτώση ἔλειψε κάθε πνευµατικὴ ἁρµονία του ἀνθρώπου μὲ  τὸν Θεό, μὲ  τὸν ἑαυτό του καὶ μὲ  τὴν κτίση. Τότε ὁ σταυρὸς ἦταν ξύλο τοῦ θανάτου. Ἐπάνω σ᾽ αὐτὸ τὸ ὄργανο τεντώθηκε ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς σὰν µελωδικὴ χορδὴ καὶ τὸ µετέβαλε σὲ ξύλο τῆς ζωῆς. Ἡ δυσαρµονία, ποὺ στὴν ἀρχαία µουσικὴ ὁρολογία λεγόταν φθορά, µεταφορικὰ σηµαίνει τὴν πνευµατικὴ φθορά, τὸν αἰώνιο θάνατο. Τώρα ὅµως τὸ ξύλο τοῦ θανάτου ἔγινε ξύλο τῆς ζωῆς. Ὅποιος ἐναρµονίζεται «πρὸς θεοσέβειαν», δηλαδὴ ὅποιος περπατεῖ στὰ ἴχνη τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἀδύνατο νὰ περιπέσει σὲ φθορὰ γίνεται µέτοχος αἰωνίου ζωῆς.
.        Στὸ µέσον τοῦ παραδείσου τῆς Ἐδέµ, σηµειώνει ὁ Μέγας Φώτιος, ἐπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ἦταν φυτευµένο τὸ ξύλο τῆς ζωῆς. Στὸ µέσον ὅλης τῆς οἰκουµένης στερεώθηκε ὁ σταυρός, τὸ νέο ξύλο τῆς ζωῆς, διὰ τοῦ ὁποίου γέµισε εὐλογία ἡ πρώην καταραµένη γῆ καὶ ἔγινε παράδεισος.
.        Ἐὰν τότε, διδάσκει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύµων, μὲ  τὸ ξύλο τῆς βρώσεως οἱ πρωτόπλαστοι ἐξορίσθηκαν ἀπὸ τὸν παράδεισο, τώρα «διὰ τὸ ξύλον Ἰησοῦ» οἱ πιστοὶ θὰ µποῦν στὸν παράδεισο.
.        Ἡ ἴδια εἰκόνα ἐπαναλαµβάνεται πολλὲς φορὲς στὴν ἐκκλησιαστικὴ ὑµνολογία, ὅπου τονίζεται ὅτι, ὅπως στὸν παράδεισο κάποτε βλάστησε ἀνάµεσα στὰ ἄλλα φυτὰ τὸ ξύλο τῆς γνώσεως, ἔτσι ἡ Ἐκκλησία «ἐξήνθησε» τὸν σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Μὲ λυρισµὸ ἀλλὰ καὶ ὀξὺ θεολογικὸ στοχασµὸ ὁ ἐκκλησιαστικὸς ποιητὴς συγκρίνει τὴν προσφορὰ αὐτοῦ τοῦ ξύλου τῆς Ἐδὲµ μὲ  ἐκείνη τοῦ σταυροῦ: Τὸ πρῶτο προσέφερε πικρία, τὸ δεύτερο «γλυκερὰν ζωὴν». Ὁ πρωτόπλαστος τρύγησε ὀδύνη ἀπὸ τὸ φυτὸ καὶ ἐξορίστηκε ἀπὸ τὸν παράδεισο, μὲ τὸν σταυρὸ τοῦ Σωτῆρος µπαίνει πάλι ὁ ἄνθρωπος στὸν παράδεισο. Ὁ Ἀδὰµ γεύθηκε «ξύλου … µὴ προσηκόντως» καὶ τρύγησε πικρὰ τοὺς καρποὺς τῆς ἀκρασίας· ὀ Χριστὸς «ὑψωθεὶς ἐν ξύλῳ» λύτρωσε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν φοβερὴ καταδίκη λύοντας τὸ «ἐπιτίµιον τοῦ ξύλου τῆς παρακοῆς».
.         Στὴν Ἐδὲµ φύτρωσε ἡ δόλια κατάρα «βρώσει πονηρᾷ τοῦ ξύλου». Ὁ «ξύλῳ παγεὶς» θεράπευσε τὴν κατάρα ποὺ βλάστησε ἀπὸ τὸ ξύλο. «Λυµαντικὴ» ἀπέβη ἡ «ἀπευκτὴ» γεύση τοῦ ξύλου στὴν Ἐδέµ, διότι εἰσήγαγε τὸν θάνατο. Ὁ Χριστὸς ὅμως μὲ  τὸν θάνατό του ἔγινε γιὰ ὅλους ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ σκότωσε «τὸν ὄφιν». Ὁ Ἀδὰµ «ἀκρατῶς» ἅπλωσε τὰ χέρια του πρὸς τὸ ξύλο τῆς βρώσεως· ὁ Χριστὸς ἐκτείνει τὶς παλάµες του καὶ θεραπεύει τὰ χέρια τοῦ πρωτοπλάστου, γευσάµενος χολῆς ἀντὶ τοῦ πικροῦ ξύλου. Τὸ ξύλο τῆς παρακοῆς βλάστησε θάνατο στὸν κόσµο· τὸ ξύλο τοῦ σταυροῦ ζωὴ καὶ ἀφθαρσία. Μὲ τὸ πρῶτο πέσαµε πικρὰ στὸν θάνατο, μὲ  τὸ τίµιο ξύλο ἀναστηθήκαµε. Στὸν παράδεισο τὸ ξύλο ἐπέφερε γύµνωση καὶ νέκρωση· τὸ ξύλο τοῦ σταυροῦ προσέφερε «τῆς ζωῆς τὸ ἔνδυµα», κατήργησε τὸν θάνατο. Ἡ πύρινη ροµφαία ἔχασε τώρα τὴν ὀξύτητά της, νικήθηκε καὶ παραγκωνίστηκε, κι ἐµεῖς µπήκαµε θριαµβευτικὰ στὸν νέο παράδεισο, τὴν Ἐκκλησία.
.         Ἰδιαίτερα µνηµονεύουν τὸ «ξύλον τῆς ζωῆς» τὰ τροπάρια ποὺ ἀναφέρονται στὰ σεπτὰ Πάθη τοῦ Κυρίου: Στὸ χαµένο ἀρχαῖο κάλλος μᾶς ἐπαναφέρει ὁ σταυρὸς τοῦ Κυρίου, ποὺ ὡς δένδρο ἀγλαόκαρπο δεσπόζει στὸν παράδεισο τῆς Ἐκκλησίας, Πρῶτο ἄνθος του εἶναι ὁ εὐγνώµων ληστής, ποὺ µπῆκε πρῶτος στὸν παράδεισο.


Στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἡ ἀναµάρτητη ἀνθρώπινη φύση εἰσέρχεται στὴν τέλεια µακαριότητα,
Στὸ πρόσωπο τοῦ εὐγνώµονος ληστοῦ ἡ ἀµαρτωλὴ ἀνθρώπινη φύση, ποὺ ὅµως διατήρησε τὴν ἀγαθὴ προαίρεσή της, τρώει ἀπὸ τὸ ξύλο τῆς ζωῆς, ἀπολυτρώνεται καὶ µπαίνει στὴν µακαριότητα τοῦ παραδείσου.
Στὸ πρόσωπο τοῦ ἀγνώµονος ληστοῦ ἡ µερίδα τῆς ἀµαρτωλῆς ἀνθρώπινης φύσεως, τῆς ὁποίας ἡ προαίρεση ἔχει διαφθαρεῖ, ἀρνεῖται νὰ φάει ἀπὸ τὸν καρπὸ τοῦ ζωηφόρου ξύλου τοῦ σταυροῦ καὶ πέφτει ὁριστικὰ στὸν αἰώνιο θάνατο.
.        Μετὰ τὴν παράβαση τοῦ παλαιοῦ Ἀδὰµ ὁ Θεὸς ὅρισε ἀγγελικὲς δυνάµεις νὰ φρουροῦν τὸ ξύλο τῆς ζωῆς ἀπαγορεύοντας στοὺς ἀνθρώπους νὰ φᾶνε ἀπ᾽ αὐτό. Μετὰ τὴν σταύρωση ὅμως καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου οἱ ἀγγελικὲς στρατιὲς δορυφοροῦν τὸ ξύλο τοῦ σταυροῦ καὶ καλοῦν ὅλους τοὺς πιστοὺς νὰ φᾶνε ἀπὸ τοὺς καρπούς του, γιὰ νὰ γίνουν ἀθάνατοι καὶ µέτοχοι αἰωνίου ζωῆς.
.        Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὑπόσχεται νὰ χαρίσει τὸ «ξύλον τῆς ζωῆς» στὸν κάθε ἀγωνιζόµενο χριστιανό. Στὴν πρώτη ἀπὸ τὶς ἑπτὰ ἐπιστολὲς πρὸς τοὺς «ἀγγέλους (=ἐπισκόπους) τῶν ἐκκλησιῶν» τῆς Ἀποκαλύψεως, τὶς ὁποῖες τὸ Ἅγιον Πνεῦµα κοινοποιεῖ σὲ ὅλες τὶς ἐκκλησίες, ὁ Κύριος βεβαιώνει ὅτι θὰ δώσει σὲ ὅλους τοὺς πιστοὺς «τὸ ξύλον τῆς ζωῆς» (Ἀπ. β´ 7). Τί γλυκειὰ ὑπόσχεση! Γιὰ νὰ ἀπολαύσουµε ὅμως αὐτὸ τὸ βραβεῖο, τὸ ἀπαράµιλλο ἔπαθλο, τὸ µέγιστο δῶρο, ἀπαιτεῖ ὁ Κύριος νὰ µετανοήσουµε, νὰ ἐπανέλθουµε στὴν πρώτη ἀγάπη καὶ νὰ µισήσουµε τὰ ἔργα τῶν νικολαϊτῶν, ποὺ καὶ σήµερα ὀργιάζουν. Ἀλλὰ καὶ στὸν ἕβδοµο καὶ τελευταῖο µακαρισµὸ τῆς Ἀποκαλύψεως ὁ Κύριος βραβεύοντας τὴν ἀφοσίωση ἐκείνων ποὺ θὰ τηρήσουν τὶς ἐντολές του προσφέρει σ᾽ αὐτοὺς τὴν ἐξουσία «ἐπὶ τὸ ξύλον τῆς ζωῆς» (κβ´ 14).
«ΧΡ. ΒΙΒΛ.»

.        
Ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι ὁ παράδεισος µέσα στὸν ὁποῖο γευόµαστε ἤδη τοὺς καρποὺς τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς μὲ τὸ µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Προσφέροντας σὲ μᾶς τὸ ἄχραντο σῶµα καὶ τὸ τίµιο αἷµα του ὁ Κύριος μᾶς µεταγγίζει συνεχῶς αἰώνια ζωή, μᾶς χαρίζει τὴν πρόγευσή της. Καὶ αὐτὴ ἡ πρόγευση λειτουργεῖ ὡς ἐφόδιο, ποὺ μᾶς δυναµώνει στὴν πορεία αὐτῆς τῆς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ ὡς ἄσειστη ἐγγύηση, ποὺ μᾶς βεβαιώνει γιὰ τὴν αἰώνια χαρὰ καὶ δόξα ποὺ μᾶς περιµένει στὸν οὐρανό.