Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΦΤΩΧΟΣ


Αγαπητοί μου αδελφοί και φίλοι

χαίρεται

ακούσαμε προ ολίγου τον Άγιο Απόστολο και Ευαγγελιστή Λούκα, να μας περιγράφει δύο τύπους ανθρώπων. Ο ένας είναι πλούσιος, ο οποίος το όνομα του μας είναι άγνωστο. Αυτό ο πλούσιος κάνει μία πάρα πολύ χλιδάτη ζωή. Αν αγαπητοί μου αδελφοί περνούσαμε αυτήν την εικόνα του Ευαγγελίου, στις μέρες στις οποίες ζούμε, θα βλέπαμε το εξής. Ότι αυτός ο πλούσιος, τρέφεται με πολλά και ακριβά φαγητά και συχνάζει στα καλύτερα εστιατόρια. Ντύνεται καλά και ποιοτικά και είναι μέσα στη φινέτσα, από τους καλύτερους οίκους μόδας.
Ζει μέσα στις ανέσεις και την χλιδή που του προσφέρουν τα αμέτρητα πλούτοι της μοναξιά του. Έχει μία σκληρή καρδιά και δεν τον ενδιαφέρει τίποτα, για τους φτωχούς ,τις χήρες και τα ορφανά, του ανθρώπους που χάνουν τις δουλείες τους, για τις οικογένειες που τους παίρνουν τα σπίτια οι τράπεζες, για τους ανθρώπους που δεν έχουν, να πάνε στο γιατρό τα παιδιά τους, αλλά ούτε και για αυτούς που προοράνε στο απονενοημένο από την πολλή πίεση και εξαθλίωση που φέρνουν καθημερινά τα όλο ερχόμενα, νέα μέτρα . Νομίζει ότι ο πλούτος και τα χρήματα είναι μόνο για τον εαυτό του και κλείνει, με πείσμα τα αυτιά και τα μάτια του μπροστά στην ανθρώπινη δυστυχία. Φτάνει στο σημείο μάλιστα να μην τον ενδιαφέρει ούτε η ύπαρξη του Θεού, αφού θεοποίει τα υπάρχοντά του και πιστεύει ότι δεν του χρειάζεται κάτι άλλο, στην απρόσωπη ζωή του που είναι γεμάτη από, πλήξη και μοναξιά.

Το άλλο πρόσωπο της περικοπής που είναι ο φτωχός. Γνωρίζουμε το όνομα του. Λέγεται Λάζαρος και είναι πολύ φτωχός. Ζει στην ίδια γειτονιά με τον  πλούσιο. Αν θα φέρναμε την εικόνα της παραβολής στην σημερινή εποχή, θα βλέπαμε ότι στην εικόνα, του φτωχού Λάζαρου, είναι όλοι εκείνοι, που νιώθουν στην ψυχή και το κορμί τους, όλη αυτήν την πίεση, που εξασκείται από αυτούς που νομίζουν ότι όλος ο κόσμος τους ανήκει, από αυτούς, που βγάζουν και εφαρμόζουν νόμους πέρα από κάθε λογική και φαντασία, από όλους αυτούς που έχασαν και χάνουν τις δουλειές τους, πους τους κόψανε το μισθό τους, τους βγάλανε έξω από τα σπίτια τους και κοιμόνται τώρα στα παγκάκια,  που προσπαθούν, να χορτάσουν από τα αποφάγια του πλουσίου, παρέα με τους σκύλους που γλύφουν τις πληγές πού υπάρχουν στο άρρωστο κορμί τους! Ενώ όμως βιώνουν την έσχατη εξαθλίωση έχουν την ελπίδα τους στον Θεό, όπως ακριβώς της είχε και ο φτωχός Λάζαρος της παραβολής. Που  δεν παραπονιέται για την δυστυχία του, δεν κακολογεί τον πλούσιο για την σκληρότητα που του δείχνει καθημερινά. Είναι ικανοποιημένος που μπορεί και κρατιέται στη ζωή έστω και με αυτά τα ελάχιστα.

Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, και όπως όλοι μας θα αναχωρήσουμε, από τον μάταιο και άδοξο τούτο κόσμο, έτσι αναχώρησαν και αυτοί  οι δύο. Αλλά  τα πράγματα εδώ αντιστρέφονται. Ο φτωχός Λάζαρος μεταφέρεται τιμητικά από τους Αγγέλους στην Αυλή Του Κυρίου και στην αγκαλιά του πατριάρχου Αβραάμ, ζει μία αιώνια ευτυχία μαζί με τους Αγίους και τους Δικαίους, τους εκλεκτούς του Θεού. Ο πλούσιος από την μεριά του υποφέρει πάρα πολύ. Βλέπει διαρκώς την απέραντη ευτυχία, αυτού που περιφρονούσε προκλητικά και αυτό δεν το αντέχει, δεν αντέχει στην ιδέα ότι τώρα πρέπει και αυτός να στερηθεί, ότι και αυτός θα πρέπει να ζήσει τώρα, αυτά τα οποία έζησε και ο φτωχός Λάζαρος. Αυτό το μαρτύριο είναι χειρότερο, και από την ίδια την φωτιά της κόλασης, στην οποία βρίσκεται αυτή τη στιγμή. Τόλμα και ζητάει, από τον Αβραάμ να στείλει, τον Λάζαρο, στο μέρος όπου βρίσκεται, προκειμένου να δροσίσει λίγο την γλώσσα του με το δάκτυλό του. Αλλά η αλήθεια που κρύβεται στην ψυχή του πλούσιου, δεν είναι ή δίψα, αυτή μπορεί να την αντέξει, η αλήθεια είναι ότι δεν μπορεί να βλέπει τον Λάζαρο ευτυχισμένο και γι αυτόν τον λόγο, θέλει να τον βάλει και εδώ να γευτεί την δυστυχία, όπως πλουσιοπάροχα τον έβλεπε και στην επίγεια ζωή να την γεύεται . Ο Αβραάμ υπενθυμίζει στον πλούσιο τις επίγειες απολαύσεις του και τις στερήσεις του Λαζάρου. Η κατάσταση άλλαξε οριστικά και δεν υπάρχει τώρα καμιά δυνατότητα για να γίνουν διορθωτικές κινήσεις. Ότι μπορέσουμε να κάνουμε στη ζωή αυτή, είτε έχουμε πλούτη ή όχι, για τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας για τον αδελφό τον ελάχιστο του Κυρίου, που διψά, που πείνα, που είναι άρρωστος, που είναι στη φυλακή, που είναι ξένος. Όταν το τρένο φύγει δεν υπάρχει η δυνατότητα να γυρίσει πίσω και αλλάξουμε την πορεία των πραγμάτων.

Σε αυτό το σημείο όμως, δεν θα πρέπει να βιαστούμε και να βγάλουμε εύκολα συμπεράσματα. Στο ότι δηλαδή, ο κεντρικός στόχος της παραβολής αυτής είναι η καταδίκη του πλούτου. Ο Θεός μας χαρίζει, μαζί με την ευλογία Του και όλα τα πλουσιοπάροχα τα αγαθά Του, για όλες τις καθημερινές μας ανάγκες. Όλα τα  αγαθά τα οποία μας δίνει ο Θεός, δεν μπορεί ποτέ να είναι κακά και επιζήμια, για τις ψυχικές και τις σωματικές μας ανάγκες. Στο σημείο αυτό είναι η ασφαλιστική δικλίδα, που αν την παραβιάσουμε, θα γίνουμε κατ εικόνα και ομοίωση του πλούσιου της παραβολής. Ο άνθρωπος, θα πρέπει να γνωρίζει καλά και να καλλιεργήσει, μέσα στο μυαλό αλλά και στην ψυχή του, ότι όταν απόκτα συμβολαιογραφικούς τίτλους, ότι δεν γίνεται ιδιοκτήτης, αλλά γίνεται διαχειριστής και έχει χρέος, να κάνει μία καλή αλλά και σωστή διαχείριση. Να μην γίνεται ένας αχάριστος πλεονέκτης και να μην νομίζει ότι είναι αυτό ο κύριος του ουρανού και της γης.  

Μία μερίδα των σύγχρονων, ανθρώπων, έχει υποδουλωθεί στα πλούτη και έχει στηρίξει  όλες της  τις ελπίδες σ 'αυτά. Με πείσμα λησμονεί, Αυτόν που τους παρέχει τα αγαθά και τα πλούτη, αλλά λησμόνει  και τους διπλανούς της που υποφέρουν. Στο τέλος θα πάθει, ότι και ο πλούσιος της παραβολής.

Η σκληρότητα και η αλαζονεία λοιπόν καταδικάζεται, αλλά και η θεοποίηση του πλούτου. Η  αδιαφορία μας, για την αιώνια ζωή. Από την στιγμή που υπάρχει ο θάνατος και μόνο σαν ένα γεγονός που δεν δέχεται καμία αμφισβήτηση, δεν είναι δυνατόν ποτέ να γίνουμε οριστικοί κάτοχοι και ιδιοκτήτες κανενός περιουσιακού στοιχείου. Διαχειριστές και σωστοί οικονόμοι, έχουμε χρέος  να γίνουμε σ' όσα μας εμπιστεύθηκε και μας εμπιστεύεται η πρόνοια του Θεού, να τα διαφυλάξουμε για τα παιδιά μας, την μελλοντική γενιά, που θα της παραδώσουμε την σκυτάλη και που θα μας κρίνει πολύ πιο σκληρά, από ότι κρίνουμε εμείς τους προκάτοχούς μας.

Ο Θεός είναι γεμάτος από μακροθυμία και αγάπη απέναντί μας, μία αγάπη που έφτασε μέχρι τον Σταυρό. Είναι ο πλάστης και ο σωτήρας, του κόσμου τούτου. Μας σώζει με το άπειρο έλεός Του, από την στιγμή που είμαστε και εμείς ελεήμονες, αλλά και ευσπλαχνικοί σε όσους έχουν την ανάγκη και χρειάζονται την βοήθεια μας. Μην περιμένουμε το έλεος και την ευσπλαχνία του Θεού την στιγμή που εμείς φανήκαμε σκληροί και απάνθρωποι στην επίγεια ζωή μας. Αυτό είναι απόλυτα ξεκαθαρισμένο και δεν αλλάζει με τίποτα. Εφόσον δεν ελεήσαμε τον αδελφό μας που τον βλέπουμε καθημερινά πως θα έχουμε την απαίτηση να μας ελεήσει ο Θεός που δεν τον βλέπουμε;

Ας  δώσουμε την καρδιά μας στον Χριστό και όχι στον χρυσό. Τα αγαθά που  δίνει ο Θεός στον κόσμο τούτο, είναι προσωρινά και έχουν σκοπό να καλύψουν τις βιοποριστικές  μας ανάγκες. Στόχος μας πάντα οι ουράνιοι θησαυροί, τα αιώνια και αναφαίρετα αγαθά της θείας Βασιλείας. Όποιος προσφέρει στον πάσχοντα συνάνθρωπο προσφέρει στην πραγματικότητα στον ίδιο τον Θεό. Είναι ο καλύτερος έμπορος αφού ανταλλάσει τα φθαρτά με την ίδια την  αφθαρσία . Αν το καταλαβαίναμε αυτό όλοι μας δεν θα υπήρχε στον κόσμο δυστυχία και όλοι μας θα μοιραζόμαστε δίκαια τα αγαθά του Θεού. Θα ήταν όπως τα πρώτα χριστιανικά χρόνια που οι πιστοί μοιράζονταν μεταξύ τους τα πάντα. Υπήρχε κοινοκτημοσύνη και κανένας δεν πεινούσε. Τώρα σκλήρυνε ή καρδιά και η ψυχή μας και δεν μπορεί να καταλάβει τον πόνο του διπλανού μας. Η κρίση που περνάμε είναι μία εξαιρετική ευκαιρία να δούμε τα πράγματα διαφορετικά και να ανοίξουμε τις ψυχές και τις καρδιές μας στους ανθρώπους της διπλανής μας πόρτας. Τότε πραγματικά η χαρά μας θα είναι μεγάλη, θα χαιρόμαστε  να δίνουμε παρά να παίρνουμε. Θα μας φύγει το άγχος του ψεύτικου και επίπλαστου πλουτισμού και θα νοιώθουμε, την απόλαυση του αληθινού πλούτου και θα ζούμε από τώρα στον Παράδεισο.

Γόρτυνα 03/10/2012

ΠΑΤΗΡ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ