Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

ΑΦΡΟΝ ΑΦΡΟΝ ΤΗ ΝΥΚΤΗ ΤΑΥΤΉ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΣΟΥ ΑΠΑΙΤΟΥΣΙΝ


Αγαπητοί μου αδελφοί και φίλοι.

Χαίρεται.

Σχεδόν όλοι,  έχουμε ακούσει, για τον πλούσιο κτηματία του οποίου έδωσαν μεγάλη παραγωγή τα εκτεταμένα του χωράφια. Χωρίς αυτός να κοπιάσει καθόλου. Και αυτός, αντί να ευχαριστήσει τον Θεό, και μέσω της ευχαριστίας και δοξολογία του Θεού, να χαρεί, βασανιζόταν, με σκέψεις και συλλογισμούς για το πώς θα συνάξει τους καρπούς που του περίσσευσαν, γιατί οι αποθήκες του ήταν μικρές και δεν έβαζαν μέσα την σοδειά.



Και ενώ τον βασάνιζαν οι σκέψεις αυτές, τελικώς κατέληξε στο να γκρεμίσει τις αποθήκες του για να οικοδομήσει μεγαλύτερες και πιο ευρύχωρες , ώστε να συνάξει εκεί όλα τα γεννήματα του και τα αγαθά του.

Όλα αυτά έγιναν γιατί τον κυρίευσε το αρρωστημένο πάθος της πλεονεξίας και της απληστίας . Τον «βραχυκύκλωσε» το νοσηρό  αυτό πάθος, για το οποίο ο ιερός Χρυσόστομος μας έχει πεί: «ουδέν πλεονεξίας ακαθαρτότερον».

Είχε φθάσει μάλιστα, σε μία μεγάλη ψυχική διαστροφή, που όλα αυτά, τα σχεδίαζε, μονάχα για τον εαυτό του. Ήθελε  εντελώς μόνος, να απολαμβάνει, τις δωρεές που του είχε χαρίσει ο Θεός. Την ίδια ακριβώς στιγμή που του πέρασε από το αρρωστημένο του μυαλό η σκέψη ότι θα ζούσε αιώνια επάνω στη γη. Φυσικά και όπως ήταν φυσικό δεν του πέρασε καθόλου απ’ το μυαλό του, να προσφέρει έστω και κάτι, με την σειρά του και αυτός, ως διαχειριστής, των δωρεών του Θεού, στους αδελφούς του.

Είναι τόσο χαρακτηριστική η φράση με την οποία ο Ευαγγελιστής Λουκάς περιγράφει την απόφαση του πάθους του: «Τούτο ποιήσω, καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω, και συνάξω εκεί πάντα τα γενήματά μου και τα αγαθά μου, και ερώ τη ψυχή μου. Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά, αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου». (Λουκ. ΙΒ’ 18-19). Δηλ. Τούτο θα κάνω. Θα γκρεμίζω τις αποθήκες μου, και θα οικοδομήσω μεγαλύτερες, και θα συνάξω εκεί όλα τα γεννήματα μου και τα αγαθά μου. Και θα πω στον εαυτό μου: Εαυτέ μου, έχεις πολλά αγαθά, που αρκούν για έτη πολλά. Αναπαύου, λοιπόν, φάγε, πίε, ευφραίνου.

αν σε αυτό το σημείο αυτό,  σταματούσε η Ευαγγελική περικοπή, με μεγάλη βεβαιότητα, θα μας παρουσίαζε το κατάντημα που μπορεί να φθάσει κανείς, όταν αφήσει τον εαυτό του, να κυριευθεί από το πάθος της πλεονεξίας και της απληστίας . Από την ψυχική αυτή ασθένεια, που κάνει τον άνθρωπο να λησμονεί, ότι την ευτυχία και την ευδαιμονία δεν την προσφέρει η συσσώρευση των αγαθών, αλλά η αδελφική αγάπη, που εκφράζεται μέσω της αθόρυβης αλλά  και  διακριτικής προσφοράς.

Η παραβολή όμως συνεχίζει, με μια εντελώς δραματική εξέλιξη, που κάνει το αίμα του ακροατή του λόγου του Θεού, στην κυριολεξία να παγώνει και να σταματά.

Τι συνέβη; Ακριβώς εκείνη τη νύχτα που ο πλούσιος ετοίμασε τα σχέδιά του, αδιαφορώντας για τις ανάγκες των αδελφών του, ακριβώς τότε άκουσε τον Θεό να του κοινοποιεί τελεσίδικα την δική Του καταδικαστική του απόφαση. «Είπε δε αυτώ ο Θεός: Άφρoν! Ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου, ά δε ητοίμασας, τίνι έσται;» (Λουκ. ΙΒ΄20). Δηλ. ο Θεός του είπε: «Ανόητε! Αυτή τη νύχτα απαιτούν από σένα τη ζωή σου. Αυτά δε, που ετοίμασες, τίνος θα είναι;»

Σε αυτό, ακριβώς το σημείο, είναι συγκλονιστικό, το ότι ο Θεός δεν προσφωνεί τον πλούσιο με το όνομα του, που προφανώς θα είχε, δεν τον ονομάζει καν άνθρωπο. Τον αποκαλεί άφρονα, δηλαδή. ανόητο, κάποιον δηλαδή που δεν έχει εγκέφαλο. Γιατί   θα μπορούσε με αυτά τα αγαθά της γης, να τα διαχειριστεί σωστά και να εξασφαλίσει την Βασιλεία των Ουρανών. Τώρα με την διεστραμμένη του συνείδηση, και με μέσω τον αρρωστημένο ψυχισμό της πλεονεξίας «εξαγοράζει» την αιώνια κόλαση!



Από την άλλη μεριά αυτό το «απαιτούσιν», αυτή η λέξη, τι «καμπανάκι» κτυπά στην κοιμισμένη μας συνείδηση! Αλήθεια, ποιοι είναι αυτοί οι οποίοι απαιτούν την ψυχή του άφρονος πλουσίου;  Γιατί  ο Κύριος, δε μας λέγει στην παραβολή, ότι την ψυχή την απαιτεί ο ίδιος ο Θεός; Γιατί βάζει  τρίτο πληθυντικό (απαιτούσιν); Μα, ο λόγος είναι απλός, γιατί η ψυχή που βρίσκεται μακριά του Θεού, η ψυχή  που ζει μέσα στην αποστασία και στην αμαρτία, η  ψυχή  που δουλεύει, μέσα στα πάθη της ατιμίας και στην προκειμένη περίπτωση, μέσα στην παραφροσύνη της πλεονεξίας και της απληστίας, φυσικά, δεν την παραλαμβάνει ο Θεός. Την ψυχή του ανόητου  πλουσίου της παραβολής, την απαιτούν τα φοβερά τελώνια. Τα ζοφερά δαιμόνια στα οποία και υπάκουε και εργαζόταν εν’ όσο ζούσε σε αυτή την πρόσκαιρη ζωή, ξεγελώντας τον ταλαίπωρο εαυτό του ότι δήθεν είναι ελεύθερος και ότι ζει όπως θέλει τη ζωή του.

Αντίθετα,  η ψυχή του δικαίου  «ουκ απαιτείται, αλλά παρατίθεται τω Θεώ». Οπωσδήποτε και σύμφωνα πάντοτε με τον αψευδή λόγο του Θεού, μόνο των δικαίων οι ψυχές «εν χειρί Θεού ».

Αυτή είναι η αλήθεια, μία μεγάλη αλήθεια που θα πρέπει να συγκλονίζει τον κάθε  άνθρωπο. Όχι μόνο πρέπει, να αποφεύγει την πλεονεξία και την απληστία, με όλα τα επακόλουθα αμαρτήματά τους, αλλά να τρέμει μήπως την φοβερή ώρα του θανάτου που έρχεται ως «κλέπτης εν νυκτί», ακούσει ότι την ψυχή του, τελικά, την απαιτούν, τα φοβερά δαιμόνια για να την οδηγήσουν στην δική τους αιώνια καταδίκη.

 Όταν γίνεται λόγος περί πλεονεξίας και απληστίας, το μυαλό  μας συνήθως πηγαίνει στα εκατομμύρια, στα ομόλογα, στα ακίνητα και γενικώς στον ποικίλο πλούτο.  Όμως, το πονηρό πνεύμα του διαβόλου, έχει καταφέρει, να μας ξεγελάει, με  ότι δήθεν (εμείς  οι «νοήμονες»  πτωχοί που δεν διαθέτουμε τόσο πλούτο) δεν κινδυνεύουμε και από την άλλη γιατί τώρα βρισκόμαστε (και φυσικά θα βρισκόμαστε για πολύ καιρό ακόμα από τους ανόητους πλούσιους) σε περίοδο κρίσης.

Πόσο όμως κάνουμε λάθος  θα το κατανοήσουμε, όταν συνειδητοποιήσουμε πως πλεονεξία  και η απληστία  δεν είναι μόνο, όταν θέλουμε να κάνουμε κατάχρηση, της διαχείρισης που μας εμπιστεύτηκε ο Θεός.  Αλλά και όταν υπάρχει η επιθυμία της κάθε κατάχρησης και κλοπής, μέσα στην καρδιά μας. Αν υπάρχει, που είναι και το πιθανότερο αυτό, τότε δεν έχουμε παρά να καταφύγουμε στην Χάρη του Θεού, δια των μυστηρίων της Εκκλησίας μας, και έτσι να την εκριζώσουμε πριν προλάβει ν’ απλωθεί και μας καταπνίξει.

Η επισήμανση του ίδιου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: «Ούτως ο θησαυρίζων εαυτώ, και μη εις Θεόν πλουτών» (Ματθ. ΙΒ’ 21), δηλαδή. Έτσι παθαίνει όποιος θησαυρίζει για τον εαυτό του και δεν πλουτίζει για τη δόξα του Θεού (κάνοντας με τη δύναμη Του Θεού, με σωστή διαχείριση και οικονομία, έργα σωστά και καλά). Αυτή λοιπόν η πραγματικότητα, θα πρέπει να μας κάνει άμεσα ν’ αναθεωρήσουμε την στάση μας και να ερευνήσουμε «τα άδηλα και τα κρύφια της καρδίας μας», αφού, εννοείται διαθέτουμε αυτιά, κυρίως για ν’ ακούμε τον αποκαλυπτικό λόγο του Θεού.

Γόρτυνα 17/11/2012

 

ΠΑΤΗΡ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ.