Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Η ΠΑΡΑΒΟΛΉ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΊΟΥ, ΜΈΣΑ ΣΤΗ ΣΎΓΧΡΟΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Αγαπητοί μου αδελφοί και φίλοι.
Χαίρεται.

Ατενίζοντας κανείς, την όλη σημερινή πραγματικότητα και διαβάζοντας συγχρόνως, την σημερινή Ευαγγελική περικοπή, Του Άφρονος πλουσίου.  Δεν μπορεί, παρά να δακρύσει, να δακρύσει και να κλάψει, για το κατάντημα των σημερινών αρχόντων, που είναι χειρότερο και από την κατάντια εκείνου του άρχοντα που μας λέει η παραβολή. Η σημερινή ευαγγελική περικοπή, είναι τόσο ζωντανή και διαχρονική. Ουσιαστικά στο σημερινό Ευαγγέλιο, μα δηλώνει ξεκάθαρα ότι στη Χριστιανική διδασκαλία ή λέξη ιδιοκτησία είναι άγνωστη, μας λέει ιδιοκτήτης δεν υπάρχει, αλλά υπάρχει διαχειριστής και μάλιστα ένας διαχειριστής που έχει χρέος να κάνει μια σωστή και συνετή διαχείριση και ότι θα δώσει λόγο στο Θεό για την διαχείριση του.

Αλλά ας δούμε λέξη προς λέξη τα λόγια, τα λόγια του Κύριου και να τα φέρουμε στη σύγχρονη πραγματικότητα.
«κάποιου ανθρώπου η χώρα του πλούτισε»[1]   Εδώ μας λέει ο Κύριος ότι κάποιου άνθρωπου η χώρα έγινε πολύ πλούσια. Υπάρχει λοιπόν κάποιος άνθρωπος, προφανώς αυτός ο άνθρωπός να είναι άρχοντας του τόπου, να είναι πλούσιος, ευγενείς, ίσως να είναι και αυτοκράτορας. Μπορεί όμως να είναι και αρχηγός κράτους στο σήμερα ή να είναι τραπεζίτης. Η χώρα αυτού του άρχοντα έγινε πλούσια, εύπορη, άρχισε να έχει ευημερία. Μέχρι εδώ δεν υπάρχει τίποτα το κακό, τι ποιο όμορφο και ωραίο, να έχει μια χώρα όλα τα καλά αγαθά του κόσμου. Συνεχίζει όμως ο Κύριος τα λόγια του.

«και σκεφτόταν μέσα του ο άρχοντας εκείνος, τι θα κάνω, δεν έχω που να συνάξω τους καρπούς μου»[2]
Ο Άρχοντας εκείνος, αρχίζει να σκέφτεται, τι να κάνει, γιατί δεν έχει χώρο για να βάλει τα αγαθά που απόκτησε. Το ίδιο πράγμα σκέφτηκαν κάποιοι και σήμερα.

«είπε αυτό θα κάνω, θα γεμίσω τις αποθήκες μου και θα οικοδομήσω μεγαλύτερες και εκεί θα συνάξω τα αγαθά μου»[3]
Και εδώ βλέπουμε όλο τον εγωισμό και την πλεονεξία που είχε ο άρχοντας εκείνος. Τι σκέφτεται, ενώ τα αγαθά είναι πολλά και περισσεύουν,  δεν δοξάζει το Θεός, έπειτα να γεμίσει τις αποθήκες του, που θα περνούσε καλά (τις αποθήκες τις είχε τόσα χρόνια και δεν του έλειψε τίποτα) και τα περισσεύματα να τα δώσει στους φτωχούς και τους συνεργάτες του αλλά και σε ανθρώπους που είχαν ανάγκη. Αυτός προτίμησε, να τα πετάξει σε μια μεγαλύτερη υποθήκη, που υπήρχε περίπτωση να τα πετούσε, αφού δε θα προλάβαινε να τα καταναλώσει μέσα σε ένα χρονικό διάστημα. Οι σημερινοί «άρχοντες και αρχηγοί» είναι χειρότεροι από εκείνον της παραβολής, γιατί εκτός ότι συνάγουν άπληστα και ασύστολα, όπως εκείνος, σκεφτήκαν και κάτι χειρότερο. Σκέφτηκαν να αρπάξουν και να κάνουν δικό τους ότι δούλεψαν όλα τα χρόνια της ζωής τους οι υπόλοιποι άνθρωποι, βάζοντας μια δυσβάσταχτη φορολογία, και κάνοντας νόμο την κλεψιά. Αυτή τη διαστροφή των σημερινών αρχόντων, ο άρχοντας εκείνος της παραβολής δεν την είχε.

«θα πω στην ψυχή μου, ψυχή έχεις πολλά, για πολλά χρόνια, φάε πιες, ευχαριστήσου»[4]  
Εδώ ο άρχοντας της παραβολής, μα δηλώνει ξεκάθαρα πώς αυτά τα κάνει, για να ευχαριστηθεί η ψυχή του, αναγνωρίζει ότι έχει ψυχή, ότι δεν έχει μόνο τη σάρκα του. Κάτι που οι σημερινοί άρχοντες, δεν το σκέπτονται καθόλου, στο μυαλό των σημερινών αρχόντων είναι, πώς να περάσει καλά το σώμα τους, για την ψυχή τους δεν υπάρχει η παραμικρή νύξη, η παραμικρή υπόνοια ότι υπάρχει, ή μήπως και στ αλήθεια δεν υπάρχει;
Και συνεχίζει η Ευαγγελική περικοπή.
«και είπε ο Θεός άφρον. Τούτη τη νύκτα την ψυχή σου απαιτούν από εσένα, αυτά που ετοίμασες σε ποιόν θα μείνουν, ποιος θα τα ευχαριστηθεί»[5]

Εδώ ο Θεός μια τη νύκτα, εμφανίζεται, στον άρχοντα εκείνο και τον αποκαλεί, άφρον δηλαδή, άμυαλο, άνθρωπο που δεν έχει σύνεση, φρόνηση και λογική και προ πάντων μυαλό. μέσα στον ύπνο του, του αναγγέλλει, ότι είναι ή ώρα του Θανάτου του. Του το λέει, ότι αυτή τη νύκτα απαιτούν την ψυχή σου, απαιτούν; Ποιοι απαιτούν;, δεν είναι άλλοι από τους δαίμονες, που για αυτούς δούλευε τόσα χρόνια, εκείνος ο ανόητος πλούσιος άρχοντας. Ο Θεός δεν λέει την λέξη απαιτώ, δεν τη θέλει την ψυχή του, όπως δε θέλει και τέτοιες ψυχές ανθρώπων άπληστων γεμάτων εγωισμό και πλεονεξία. Αν τον άρχοντα εκείνο τον είπε ανόητο και άφρον, τους σημερινούς «άρχοντες και αρχηγούς» πως θα τους αποκαλέσει; Η μόνη λέξη που ταιριάζει είναι κολασμένοι. Αν ο άρχοντας της παραβολής αδίκησε μια φόρα αυτοί αδικούν συνεχώς και κάθε μέρα και είναι χειρότεροι από εκείνον. Στο ερώτημα ποιους και πως αδικούν, παραθέτω τα λόγια του Αγίου Πατρός Μεγάλου Βασιλείου.

  «ΠΟΙΟΝ ΑΔΙΚΩ, λέει [ο πλούσιος], προστατεύοντας αυτά που μου ανήκουν;
Πες μου λοιπόν, τι σου ανήκει; Από που τα πήρες και τα έφερες στη ζωή σου; Δεν ήρθες στον κόσμο γυμνός; Γυμνός δεν θα επιστρέψεις στη γη; Που τα βρήκες αυτά που έχεις τώρα; Αν πιστεύεις ότι στα χάρισε η τύχη είσαι άθεος, δεν αναγνωρίζεις τον δημιουργό, δεν νοιώθεις ευγνωμοσύνη γι αυτόν που στα έδωσε· αν όμως παραδέχεσαι ότι προέρχονται απ τον Θεό, πες μου για ποιο λόγο στα έδωσε; Μήπως είναι άδικος ο Θεός και μοιράζει άνισα τα απαραίτητα για τη ζωή; Γιατί εσύ είσαι πλούσιος κι εκείνος φτωχός; Όχι γι' άλλο λόγο παρά για να ανταμοιφθείς εσύ για την καλοσύνη και τη σωστή διαχείριση της περιουσίας, κι εκείνος για να κερδίσει τα μεγάλα έπαθλα της υπομονής. 
Όμως εσύ τα έκρυψες όλα στους αχόρταγους κόλπους της πλεονεξίας· νομίζεις λοιπόν ότι κανένα δεν αδικείς όταν τόσους στερείς από τα αγαθά αυτά; Ποιος είναι πλεονέκτης; Όποιος δεν περιορίζεται στα απαραίτητα. Ποιος άρπαγας; Εκείνος που αφαιρεί την περιουσία των άλλων. Εσύ δεν είσαι πλεονέκτης; Δεν είσαι άρπαγας; Δεν κρατάς για τον εαυτό σου όσα σου δόθηκαν για να τα διαχειρισθείς προς όφελος όλων; Αυτός που γδύνει τον ντυμένο θα ονομαστεί λωποδύτης αλλά αυτός που δεν ντύνει τον γυμνό μήπως δεν αξίζει αυτή την ονομασία;
Το ψωμί που αποθηκεύεις είναι του πεινασμένου, τα ρούχα που συσσωρεύεις είναι του γυμνού, τα παπούτσια που τα ‘χεις και σαπίζουν είναι του ξυπόλυτου, τα λεφτά που θάβεις για να μη στα κλέψουν είναι του φτωχού. Είναι τόσοι αυτοί που αδικείς όσοι αυτοί που θα μπορούσες να βοηθήσεις».[6]

«αυτά λοιπόν παθαίνει, όποιος μαζεύει πρόσκαιρους θησαυρούς και δεν πλουτίζει τον εαυτό του με ότι θέλει ο Θεός»[7]
Αυτά πρέπει αγαπητοί μου, να έχουμε στο μυαλό μας και να μην παρασυρόμαστε. Δεν είναι κακό να έχουμε οικονομική ευμάρεια, το κακό είναι να τα θέλουμε όλα για τον εαυτό μας και να μην σκεφτόμαστε τους άλλους ανθρώπους. Πρέπει να κάνουμε μια σωστή και καλή διαχείριση, για να έχουμε χαρά παντοτινή. Χαρά εδώ, χαρά και στους ουρανούς.

Κανλί Καστέλι 23/11/2014

Π. Δημήτριος.




[1] Λουκάς 17
[2] Λουκάς 18
[3] Λουκάς 19
[4] Λουκάς 20
[5] Λουκάς 21
[6] Μέγας Βασίλειος. Ποιος είναι ο πλεονέκτης  
[7] Λουκά 22