Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΡΚΟΣ



Εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς εὐαγγελιστές.

Αὐτὸς μᾶς ἔδωκε τὸ δεύτερο Εὐαγγέλιο ποὺ εἶναι καὶ τὸ συντομότερο ἀπὸ τὰ τέσσερα κι εἶναι γνωστὸ σὰν τὸ Εὐαγγέλιο τῶν θαυμάτων τοῦ Ἰησοῦ. Μέσα σ’ αὐτὸ ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστής, παρόλο ποὺ δὲν ἦταν ἀπὸ τὸν κύκλο τῶν δώδεκα ἀποστόλων, ἔχει περιλάβει ἀρκετὰ ἀπὸ τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου μας.
Ὀλίγα ἀπὸ τὴ διδασκαλία Του, τὰ θαύματά Του, τὰ Πάθη καὶ τὴν Ἀνάστασή Του. Παραλείπει τὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους Ὁμιλία καὶ τὶς πιὸ πολλὲς ἀπὸ τὶς μακρὲς ὁμιλίες τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πιὸ πολὺ ὁ εὐαγγελιστὴς διηγεῖται αὐτὰ ποὺ ἔκανε ὁ θεῖος Διδάσκαλος κι ὄχι αὐτὰ ποὺ εἶπε. Καὶ τοῦτο, γιατί κύριος σκοπὸς τῆς συγγραφῆς του ἦταν μὲ τὴν ἔκθεση αὐτὴ τῶν θαυμάτων νὰ ἀποδείξει τὴ θεϊκὴ τοῦ Ἰησοῦ καταγωγή. Ποὶος ὅμως ὑπῆρξε ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος καὶ πόθεν ἤντλησε τὶς πληροφορίες του;


Σύμφωνα μὲ τὰ λιγοστὰ στοιχεῖα, ποὺ κατέχουμε, ὁ εὐαγγελιστὴς ἦταν γιὸς κάποιας εὐσεβοῦς Ἰουδαίας γυναίκας, ποὺ λεγόταν Μαρία κι ἦταν ἀδελφὴ τοῦ Κυπρίου ἀποστόλου ὀπὸ τοὺς ἑβδομήκοντα, τοῦ Βαρνάβα. Ἀπὸ αὐτὸ μποροῦμε νὰ συμπεράνουμε ὅτι κι ὁ Μᾶρκος καταγόταν ἀπὸ τὸ εὐλογημένο νησὶ τῆς Κύπρου.
Ἦταν δηλαδὴ Κύπριος. Κύπριος ποὺ εἶχε ἐγκατασταθεῖ ἀργότερα στὰ Ἱεροσόλυμα. Τὸ ἰουδαϊκὸ ὄνομα τοῦ εὐαγγελιστοῦ ἦταν Ἰωάννης. Μᾶρκος ἦταν τὸ Ρωμαϊκό του ἐπώνυμο, ποὺ πῆρε κατὰ τὴ συνήθεια ποὺ ὑπῆρχε τότε. Καὶ μ’ αὐτὸ ἔμεινε γνωστὸς στὸν χριστιανικὸ κόσμο.


Γιὰ τὴ μητέρα του Μαρία μᾶς μιλοῦν οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (κέφ. Ἰβ’, 12). Ἡ φωτισμένη αὐτὴ γυναῖκα φαίνεται πὼς ἦταν ἀρκετὰ εὐκατάστατη καὶ στὰ Ἱεροσόλυμα διέθετε μεγάλο εὐρύχωρο σπίτι. Ἀκόμη πὼς ἡ εὐσεβὴς ἐκείνη δέσποινα πίστεψε μεταξὺ τῶν πρώτων στὸν Κύριο μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ ἀποστόλου Πέτρου καὶ μάλιστα εἶχε ἀφοσιωθεῖ μ’ ὅλη της τὴν καρδιὰ στὸ ἔργο τῆς διακονίας τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπικρατεῖ ἡ γνώμη ὅτι στὸ δικό της σπίτι ὁ Κύριος δίδαξε πολλὲς φορές. Κι ἀκόμη πὼς σ’ αὐτὸ κατὰ τὴ νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης ἐτέλεσε καὶ τὸν “Μυστικὸ Δεῖπνο”. Στὸν ἱερὸ ἐκεῖνο χῶρο ἀκούστηκαν γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Κυρίου τὰ φρικτὰ λόγια τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας. “Λάβετε, φάγετε, τοῦτο ἐστὶ τὸ σῶμα μου… Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες τοῦτο ἐστὶ τὸ αἷμα μου τὸ τῆς Καινῆς Διαθήκης, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν καὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν”.

Ἐδῶ οἱ μαθητὲς πρῶτο κοινώνησαν ἀπὸ τὸ Μυστήριο τῆς ζωῆς. Ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος πιστεύεται ἀκόμη ὅτι εἶναι ἐκεῖνος ὁ νεανίσκος, πού, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἴδιος στὸ Εὐαγγέλιό του (Μάρ. Ἰδ’, 51-52), ἀκολούθησε τὸν Ἰησοῦ μετὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆς τυλιγμένος σ’ ἕνα σινδόνι, Μετὰ τὴ σύλληψη τοῦ θείου Διδασκάλου οἱ ὑπηρέτες ὄρμισαν καὶ πρὸς αὐτόν. Μὰ ὁ νεανίσκος, γιὰ νὰ γλιτώσει, ἀφῆκε τὸ σινδόνι κι ἔφυγε γυμνός.

Μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, στὸ σπίτι τῆς Μαρίας, ποὺ ἦταν μία ἀπὸ τὸν εὐλογημένο κύκλο τῶν Μυροφόρων γυναικῶν, πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἦταν συγκεντρωμένοι οἱ Μαθητὲς κι ἐκεῖ “κεκλεισμένων τῶν θυρῶν” δέχτηκαν τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸ τὸ ἴδιο σπίτι θὰ πρέπει νὰ βρισκόντουσαν καὶ κατὰ τὴν ἥμερα τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ ἔγινε ἡ ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σ’ αὐτὸ καὶ πάλι πρέπει οἱ ἀπόστολοι κι οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ νὰ μαζευόντουσαν γιὰ νὰ προσευχηθοῦν καὶ νὰ δοξολογήσουν τὸν Νικητὴ τοῦ θανάτου, τὸν Ἀναστημένο Χριστό.

Ἀπὸ τὰ ὀλίγα αὐτὰ εἶναι φυσικὸ νὰ παραδεχθοῦμε, πὼς ὁ Μᾶρκος μὲ τὶς στενὲς σχέσεις, ποὺ ἡ ἁγία μητέρα του Μαρία εἶχε μὲ τὸν Κύριο, πρέπει κι αὐτὸς νὰ γνωρίστηκε μαζί του καὶ ἀπὸ τὸ ἅγιο στόμα τοῦ Κυρίου νὰ ἄκουσε πολλὲς φορὲς τὰ ρήματα τῆς αἰωνίου ζωῆς, ποὺ τὸν βοήθησαν νὰ πιστεύσει. Τὸ σπίτι τῆς Μαρίας στὰ Ἱεροσόλυμα εἶναι, ποὺ φιλοξένησε ἀργότερα κι ὅλη τὴ χριστιανικὴ κίνηση κι ἔγινε ἡ πρώτη “κατ’ οἶκον ἐκκλησία”.

Σ’ αὐτὸ τὸ ἴδιο σπίτι οἱ χριστιανοὶ ἔνοιωσαν τὴ μεγάλη χαρὰ γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ποὺ τὸν εἶχε φυλακίσει ὁ Ἡρῴδης. Στὴ φυλακὴ ὁ ἀπόστολος ἦταν δεμένος, ἀκόμη καὶ στὸν ὕπνο του, μὲ δυὸ βαριὲς ἁλυσίδες κι εἶχε συνέχεια δυὸ φρουροὺς ὁπλισμένους. Ἀπ’ ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα τῆς φυλακῆς τέσσερις τετράδες στρατιωτῶν τὸν φύλαγαν. Οἱ χριστιανοὶ στὸ σπίτι τοῦ Μάρκου, στὰ γόνατα πεσμένοι, προσευχόντουσαν μὲ δάκρυα, νὰ τοὺς χαρίσει ὁ Κύριος τὴν παρηγοριά τους, τὸν ἀπόστολό τους. Καὶ νά: Κατὰ τὰ μεσάνυχτα, ἐνῷ ὁ Πέτρος κοιμότανε, “ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη καὶ φῶς ἔλαμψε ἐν τῷ οἰκήματι”. Οἱ ἁλυσίδες ἔπεσαν. Κι ὁ ἄγγελος, ἀφοῦ ἔβγαλε τὸν Πέτρο ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ τὸν ὁδήγησε στοὺς δρόμους τῆς μεγάλης πόλεως, τὸν ἀφῆκε. Κι αὐτός, δοξολογώντας τὸν θεό, κατευθύνθηκε στὸ σπίτι τοῦ Μάρκου. “Ἦλθεν ἐπὶ τὴν οἰκίαν Μαρίας τῆς μητρὸς Ἰωάννου τοῦ ἐπικαλουμένου Μάρκου οὐ ἤσαν ἱκανοὶ συνηθροισμένοι καὶ προσευχόμενοι”. (Πράξ. Ἰβ’, 12). Ποιὰ ἦταν ἡ συγκίνηση τῶν χριστιανῶν, ὅταν τὸν εἶδαν ἀνάμεσά τους, δὲν εἶναι δύσκολο στὸν καθένα μας νὰ τὸ φαντασθεῖ. Ἀπὸ τὸ σπίτι αὐτὸ ὁ ἀπόστολος παρακολουθοῦσε καὶ διηύθυνε τὴν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων. Ἀπὸ τὰ μικρά του χρόνια λοιπὸν ὁ Μᾶρκος γνώρισε κι ἀγάπησε τὸν Κύριο. Κι ἀπὸ τὸν Πέτρο διδάχθηκε πιὸ πλατιὰ καὶ πιὸ βαθιὰ τὰ σχετικὰ μὲ τὴ ζωή του. Αὐτὸ τὸ συμπεραίνουμε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἀπόστολο, ποὺ στὴν πρώτη του Καθολικὴ ἐπιστολὴ (Ἀ’ Πέτρ. ἐ’, 13) ὀνομάζει τὸν Μᾶρκο “υἱόν” τοῦ, δηλαδὴ πνευματικό του παιδί.

Μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν διασκορπισμὸ τῶν ἀποστόλων γιὰ τὸ κήρυγμα, βρίσκουμε τὸν Μᾶρκο νὰ συνοδεύει τὸν θεῖο του Βαρνάβα καὶ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο στὴν πρώτη τους ἀποστολικὴ περιοδεία. Ὁ ἱερὸς συγγραφέας τῶν Πράξεων ὀνομάζει στὴν περίπτωση αὐτὴ τὸν Μᾶρκο “ὑπηρέτην”. “Εἶχον, λέγει, καὶ Ἰωάννην ὑπηρέτην” (Πράξ. ἰγ’, 5). Φυσικὰ μὲ τὴ λέξη αὐτὴ δὲν πρέπει νὰ ἐννοήσουμε ὅτι ὁ Μᾶρκος προσέφερε στοὺς δυὸ ἀποστόλους ὑλικὲς ὑπηρεσίες, ἀλλὰ βοήθεια στὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου. Ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα στὴν Ἀντιόχεια κι ἀπ’ ἐκεῖ σ’ ὁλόκληρη τὴν Κύπρο μέχρι τὴν Πέργη τῆς Παμφυλίας ὁ Μᾶρκος εἶναι ἀκόλουθος καὶ βοηθὸς τῶν ἀποστόλων. Ἀπὸ τὴν Πέργη ὅμως, εἴτε γιατί κουράστηκε ἀπὸ τὶς ταλαιπωρίες τῆς περιοδείας, εἴτε γιατί εἶχε ἐπιφυλάξεις σχετικὰ μὲ τὴ στάση τοῦ Παύλου ἀπέναντι στοὺς ἐξ Ἐθνῶν χριστιανούς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους δὲν ζητοῦσαν νὰ τηρήσουν τὰ ἰουδαϊκὰ ἔθιμα, ὁ Μᾶρκος ἀπεχώρησε ἀπὸ τὴ συντροφιὰ τῶν ἀποστόλων κι ἐπέστρεψε στὰ Ἱεροσόλυμα. Αὐτὸ τὸ θέμα τῶν νέων χριστιανῶν, ποὺ προήρχοντο ἀπὸ τοὺς ἐθνικούς, τὸ τακτοποίησε, ὡς γνωστό, ἡ πρώτη Ἀποστολικὴ Σύνοδος τῶν Ἱεροσολύμων. Στὴ σύνοδο αὐτὴ οἱ δυὸ ἀπόστολοι Παῦλος καὶ Βαρνάβας μὲ σύμπνοια θαυμαστὴ καὶ φωτισμὸ Θεοῦ ἐξέθεσαν μπροστὰ στὰ πλήθη τῶν πιστῶν “ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεὸς σημεῖα καὶ τέρατα ἐν τοὶς ἔθνεσι δι’ αὐτῶν” (Πράξ. ἰε’, 14). Τὶς ἀποφάσεις τῆς συνόδου αὐτῆς ἀποδέχτηκαν οἱ χριστιανοὶ κι ὁ Μᾶρκος παραμέρισε τὶς ἐπιφυλάξεις του κι ἔγινε πάλι συμπαραστάτης τοῦ Παύλου. Εἶναι ἄξια πολλῆς προσοχῆς ἡ χειρονομία τοῦ θείου ἀποστόλου, ὅταν εὐρίσκετο στὴ Ρώμη κατὰ τὴ δεύτερη φυλάκισή του. Στὴν ἐπιστολή του πρὸς τὸν Τιμόθεο (Β’ Τιμόθ. δ’, 11), ποὺ τοῦ ζητᾶ νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ, τοῦ λέγει καὶ τοῦτα τὰ λόγια: “Μᾶρκον ἀναλαβῶν ἄγε μετὰ σεαυτού. ἐστὶ γὰρ μοὶ εὔχρηστος εἰς διακονίαν”.

Δηλαδή, ὅταν θὰ ἔρχεσαι, πάρε μαζί σου καὶ φέρε καὶ τὸν Μᾶρκο, γιατί μοῦ εἶναι χρήσιμος γιὰ ὑπηρεσία. Τὸν Μᾶρκο βρίσκουμε νὰ συνοδεύει ἀργότερα γιὰ δεύτερη φορὰ τὸν Βαρνάβα στὴν Κύπρο καὶ νὰ ἐργάζεται σκληρὰ μαζί του γιὰ τὴν ἐξάπλωση καὶ σταθεροποίηση τοῦ Εὐαγγελίου στὴ νῆσο μας.

Μετὰ τὸν μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Βαρνάβα στὴ Σαλαμίνα τῆς Κύπρου ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους - τὸν σκότωσαν μὲ τὶς πέτρες - βρίσκουμε τὸν Μᾶρκο στὴν περιοχὴ τῶν Σόλων. Τὴν πόλη αὐτή, ὅπως λέγει κάποια παράδοση, ἔκτισε ὁ βασιλιὰς τῆς Αἴπειας Φιλόκυπρος κατὰ τὸ ἀ’ τέταρτο τοῦ Στ’ αἰῶνα π.Χ. πρὸς τιμὴ τοῦ μεγάλου νομοθέτη τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ Σόλωνα, ποὺ εἶχε τότε ἐπισκεφθεῖ τὴν Κύπρο. Σ’ αὐτὴ τὴν πόλη ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ κανόνισε, ὥστε ὁ Μᾶρκος νὰ συναντήσει τὸν Αὐξίβιο, ποὺ εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὴ Ρώμη, καὶ νὰ τὸν κατηχήσει. Κοντὰ στὸν φλογερὸ εὐαγγελιστὴ ὁ Αὐξίβιος συμπλήρωσε τὶς γνώσεις του γιὰ τὴ νέα πίστη, δέχτηκε τὸ βάπτισμα καὶ χειροτονήθηκε ἀπὸ αὐτὸν ἐπίσκοπος τῆς πόλεως ἐκείνης.

Ἀπὸ τὴν Κύπρο ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος, ἀφοῦ ἐπιθεώρησε τὶς διάφορες ἐκκλησίες κι ἐνίσχυσε τοὺς πιστούς, ἀναχώρησε γιὰ τὴν Ἀλεξάνδρεια. Στὴν πολυάνθρωπη ἐκείνη πόλη ἵδρυσε τὴν πρώτη ἐκκλησία καὶ μετὰ ἀναχώρησε γιὰ τὴ Ρώμη, γιὰ νὰ συναντήσει τὸν ἀπόστολο Παῦλο. Ἡ εὐγενικὴ ψυχὴ τοῦ νεαροῦ ἀποστόλου ἔνοιωθε τὴν ἀνάγκη νὰ βρεθεῖ κοντὰ στὸν πολύπειρο Ἀπόστολο καὶ νὰ συζητήσει μαζί του μερικὰ προβλήματα τοῦ χριστιανικοῦ ἔργου. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἡ συνάντηση ἐκείνη πραγματοποιήθηκε γρήγορα. Σ’ αὐτὴ οἱ δυὸ ἀπόστολοι, ἀφοῦ ἀντήλλαξαν ἀσπασμὸ χριστιανικῆς ἀγάπης, ἄρχισαν μὲ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον νὰ συνομιλοῦν γιὰ τὴν Κύπρο. Κατὰ τὴ συνομιλία ὁ Μᾶρκος ἀποκάλυψε στὸν φλογερὸ ἀπόστολο τὸ μαρτυρικὸ τέλος τοῦ φίλου τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα, τὰ τῆς ταφῆς του μὲ τὸ χειρόγραφο εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου ἐπάνω στὸ στῆθος του καὶ κατέληξε στὴν ἀνάγκη κάποιος ἢ -κάποιοι ἀπεσταλμένοι τους νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸ νησί, γιὰ νὰ συνεχίσουν τὸ ἔργο τους. Ἡ εἰσήγηση τοῦ εὐαγγελιστοῦ ἔγινε ἀμέσως δεκτὴ ἀπὸ τὸν θεῖο Παῦλο, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νὰ στείλει στὸ πολύπαθο νησὶ τοὺς συνεργάτες του Ἐπαφρὰ καὶ Τυχικὸ καὶ μερικοὺς ἄλλους. Ὁ στοργικὸς Μᾶρκος παρέμεινε ἀρκετὸ καιρό, ὅπως φαίνεται, κοντὰ στὸν φυλακισμένο ἀπόστολο Παῦλο καὶ συνεργαζόταν μαζί του καὶ τὸν παρηγοροῦσε.

Ὁ Μᾶρκος συνεργάστηκε γιὰ πολὺ καιρὸ καὶ μὲ τὸν ἀπόστολο Πέτρο. Τὸν εἶχε συνοδεύσει στὶς περιοδεῖες του καὶ μάλιστα ἀναφέρεται καὶ “ὡς ἑρμηνευτής του”, γιατί μετέφραζε τοὺς λόγους τοῦ κορυφαίου ἀποστόλου ἀπὸ τὰ Ἑβραϊκὰ στὰ Λατινικὰ ἢ στὰ Ἑλληνικά. Τὴ διδασκαλία αὐτὴ τοῦ Πέτρου, ὅπως τὴν ἄκουσε ἀπὸ τὸ στόμα του, τὴν κατέγραψε ὁ Μᾶρκος στὴν Ἑλληνικὴ γλῶσσα κι εἶναι τὸ Εὐαγγέλιό του, ποὺ ἀναφέραμε. Σ’ αὐτὸ ὁ Ἱερὸς καὶ θεόπνευστος συγγραφέας προσπαθεῖ μὲ γλῶσσα ζωντανὴ καὶ καθαρὴ Ἑλληνικὴ νὰ ἀποδείξει πὼς ὁ Ἰησοῦς εἶναι “ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ”. Στὴν ἔκθεση, ποὺ μᾶς δίνει, βλέπει ὁ ἀναγνώστης τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως νὰ καθυποτάσσονται στὴ δύναμη τοῦ ἀσύγκριτου Διδασκάλου τῆς Γαλιλαῖος καὶ παντοδύναμου ἐξουσιαστή. Οἱ δαίμονες μ’ ἕνα πρόσταγμά του φυγαδεύονται μὲ τρόμο κι οἱ διάφορες ἀνίατες ἀρρώστιες ὑποχωροῦν καὶ θεραπεύονται μ’ ἕνα μονάχα λόγο του. Ἁπλὴ μελέτη τοῦ σύντομου τούτου Εὐαγγελίου, ποὺ γράφτηκε γιὰ τοὺς χριστιανοὺς τῆς Ρώμης καὶ γενικότερα γιὰ τοὺς ἐξ ἐθνῶν χριστιανούς, γεμίζει μὲ δέος καὶ βαθιὰ συγκίνηση τὴν ψυχή. Ἑκατομμύρια πιστῶν τὸ μελέτησαν καὶ τὸ μελετοῦν. Καὶ μυριάδες κατόρθωσαν μὲ τὴ μελέτη του νὰ ὑψωθοῦν πνευματικὰ καὶ νὰ προστεθοῦν στοὺς πολῖτες τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Πότε ἀκριβῶς ὁ Μᾶρκος ἔγραψε τὸ Εὐαγγέλιό του δὲν γνωρίζουμε. Τὸ πιὸ πιθανὸ εἶναι πὼς τὸ ἔγραψε στὴ Ρώμη ἢ στὴν Αἴγυπτο, ὅπως φρονεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, μεταξὺ τοῦ 65 καὶ 70 μ.Χ.

Μετὰ τὸν θάνατο τῶν πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος κατὰ τὴν παράδοση κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν Αἴγυπτο, τὴ Λιβύη, τὴν Πεντάπολη κι ὕστερα χρημάτισε πρῶτος ἐπίσκοπος κι ὀργανωτὴς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας. Ἐδῶ, κατὰ τὴν παράδοση πάλι, κάποια μέρα ποὺ κήρυττε, τὸν ἅρπαξαν οἱ ἐχθροὶ τῆς πίστεως, οἱ ἐθνικοὶ κι οἱ εἰδωλολάτρες, κι ἀφοῦ τὸν ἔδεσαν μὲ σχοινιά, τὸν ἔσυραν στοὺς δρόμους τῆς Ἀλεξανδρείας, ὅπου καὶ πέθανε ἀπὸ τὰ τραύματά του στὶς πέτρες. Τὸ ἅγιο λείψανό του τὸ περιμάζεψαν μὲ πόνο οἱ χριστιανοὶ καὶ τὸ ἔθαψαν σ’ ἕνα γειτονικὸ χωριό.
Κατὰ τὸν 9ο αἰῶνα ἔμποροι Ἐνετοὶ μετέφεραν τὰ ἅγια λείψανα στὴ Βενετία καὶ τὰ τοποθέτησαν σ’ ἕνα πολὺ μεγάλο καὶ ὡραιότατο ναό, ποὺ ἔκτισαν πρὸς τιμή του.


Ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος ἀποδείχθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς τέσσερις στύλους τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ὅσοι τὸν ζωγραφίζουν συνηθίζουν νὰ βάζουν κοντά του συμβολικὰ ἕνα λιοντάρι. Ἡ προτίμηση αὐτὴ ὀφείλεται στὸ ὅτι ὁ ἅγιος Μᾶρκος ἀσχολεῖται μὲ τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ ἀποδείξει τὴ θεία δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Τὸ λιοντάρι συμβολίζει αὐτὴ τὴ δύναμη καὶ θεωρεῖται ὁ βασιλιὰς τῶν ζῴων.
Τὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου καὶ τὰ θαύματά του, ποὺ κατέγραψε ἑλληνικὰ στὸ Εὐαγγέλιό του, τὰ ἐπεσφράγισε καὶ μὲ τὴ μαρτυρία τῆς ζωῆς του. Τὸ παράδειγμά του θὰ μένει πάντα ζωντανὸ κι ἀθάνατο στοὺς αἰῶνες. Θὰ μένει καὶ θὰ διδάσκει τὶς γενεὲς τῶν ἀνθρώπων τί μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει ἕνας ποὺ ξέρει νὰ ἀξιοποιεῖ τὶς εὐκαιρίες, ποὺ τοῦ παρουσιάζει ὁ Πανάγαθος Θεός. Εὐκαιρίες πολλὲς παρέχει καὶ σ’ ἐμᾶς ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὶς παρέχει, γιατί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅπως μᾶς βεβαιώνει κι ὁ θεῖος Παῦλος, “θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθήναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθείν” (Ἀ’ Τιμοθ. β’, 4). Ναί, ἀδελφοί μου, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ θέλει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ σωθοῦμε καὶ μὲ τὴ βοήθεια τῆς πίστεως νὰ γνωρίσουμε ὁ καθένας μας τὸ θέλημά του, ποὺ προσφέρει τόσο τὴν ἐπίγεια, ὅσο καὶ τὴν οὐράνια εὐτυχία.


Τὶς εὐκαιρίες αὐτὲς τὶς ἀναρίθμητες, ποὺ μᾶς προσφέρει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θὰ θελήσουμε στ’ ἀλήθεια, νὰ τὶς προσέξουμε κι ἐμεῖς καὶ νὰ τὶς ἀξιοποιήσουμε; Φυσικὰ ἀπό μας δὲν ζητᾷ σήμερα ὁ Κύριος νὰ θυσιάσουμε τὴ ζωή μας. Δὲν τὸ ζητὰ ἀπὸ ὅσους κατοικοῦμε τοῦτο τὸν τόπο. Καὶ δὲν τὸ ζητὰ ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἀπὸ μᾶς ζητᾷ σήμερα κάτι ἄλλο. Ζητᾷ νὰ θυσιάσουμε κάτι ἐγωισμοὺς κι ἁμαρτωλὲς συνήθειες, κάτι ἀδυναμίες καὶ πάθη ποὺ μᾶς κρατοῦν ὑποχείριους καὶ σκλάβους “τοῦ ἄρχοντος τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου”, τοῦ Σατανᾶ. Αὐτὰ ζητᾷ νὰ θυσιάσουμε ὁ Κύριος. Κι εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ κάμουμε.
Ὅσοι ποθοῦμε τοῦτο τὸ νησὶ νὰ ἐπιβιώσει.
Ὅσοι ποθοῦμε τοῦτος ὁ τόπος ποὺ ἁγιάστηκε μὲ τά, δάκρυα καὶ τὸ αἷμα τόσων ἁγίων ψυχῶν, ἀποστόλων, ἀσκητῶν, μαρτύρων, ὁσίων καὶ δικαίων, πρέπει νὰ σπεύσουμε τὸ ταχύτερο νὰ κλίνουμε τὸν αὐχένα κάτω ἀπὸ τὸν “χρηστὸν ζυγὸν τοῦ Κυρίου”.
Ναί! Νὰ κλίνουμε τὸν αὐχένα καὶ νὰ ἀγωνισθοῦμε νὰ ζήσουμε κατὰ τὸ θέλημά Του.
Ἔτσι μονάχα θὰ ἐξασφαλίσουμε τὴν ἐπιβίωση καὶ τὴ χαρά μας. Αὐτὸ μᾶς συνιστᾷ ὁ θεῖος ἀπόστολος καὶ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος. Αὐτὸ ἐπιβάλλει τὸ συμφέρον μας.
Αὐτὸ θέλει κι ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸν καθένα μας.


Πηγή: http://www.athos.gr/

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τοῦ Πέτρου συνέκδημος, καὶ κοινωνὸς ἱερός, τοῦ Λόγου διάκονος, καὶ ὑποφήτης σοφός, ἐδείχθης Ἀπόστολε, ὅθεν τὸ τοῦ Σωτῆρος, Εὐαγγέλιον θεῖον, Μᾶρκε διαχαράττεις, ὡς οὐράνιος μύστης διὸ Εὐαγγελιστὰ σέ, πόθω γεραίρομεν.